Οι επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία, χώρους καταφυγής και αμάχους δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από ψυχρές στρατιωτικές διατυπώσεις. Ο Γιάννης Ραχιώτης θέτει το ζήτημα στη νομική και ηθική του βάση: όταν ο άμαχος πληθυσμός γίνεται στόχος ή εργαλείο πίεσης, τότε η συζήτηση περνά στο πεδίο των εγκλημάτων πολέμου.
Η γλώσσα του πολέμου έχει έναν επικίνδυνο μηχανισμό: επιχειρεί να κάνει το αδιανόητο διαχειρίσιμο. Να μετατρέπει τον θάνατο παιδιών, φοιτητών, ασθενών και προσφύγων σε αριθμούς. Να βαφτίζει τις κατεστραμμένες σχολικές αίθουσες, τα χτυπημένα νοσοκομεία και τους χώρους καταφυγής ως «παράπλευρες απώλειες».
Όμως υπάρχουν όρια. Και αυτά τα όρια δεν είναι μόνο ηθικά. Είναι και νομικά.
Ο δικηγόρος και εκπρόσωπος στην Παγκόσμια Οργάνωση Δημοκρατικών Νομικών, Γιάννης Ραχιώτης, μιλώντας στην εκπομπή του Δημήτρη Λιάτσου, έθεσε ακριβώς αυτό το ζήτημα: ότι οι επιθέσεις εναντίον αμάχων, παιδιών, φοιτητών, σχολείων, νοσοκομείων και χώρων καταφυγής δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως φυσιολογική συνέπεια μιας πολεμικής σύγκρουσης.
Με αφορμή την καταγγελλόμενη δολοφονία φοιτητών στο Σταρομπέλσκ, ο κ. Ραχιώτης μίλησε για πράξεις που, εφόσον επιβεβαιωθούν ως στοχευμένες ή αδιάκριτες επιθέσεις κατά αμάχων, εντάσσονται στον πυρήνα του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και μπορούν να χαρακτηριστούν εγκλήματα πολέμου.
Δεν είναι όλα «πόλεμος»
Η βασική αρχή του διεθνούς δικαίου είναι σαφής: ακόμη και στον πόλεμο υπάρχουν κανόνες. Οι άμαχοι δεν είναι νόμιμοι στόχοι. Τα νοσοκομεία δεν είναι πεδία μάχης. Τα σχολεία και οι χώροι καταφυγής δεν είναι στρατιωτικοί στόχοι επειδή απλώς βρίσκονται μέσα σε μια εμπόλεμη ζώνη.
Η έννοια της «παράπλευρης απώλειας» δεν μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό άλλοθι. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται κάθε φορά που μια επίθεση προκαλεί θανάτους αμάχων. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να γίνεται εργαλείο συγκάλυψης όταν οι επιθέσεις επαναλαμβάνονται, όταν πλήττουν ευάλωτες ομάδες ή όταν δημιουργούν συνθήκες εκφοβισμού ολόκληρων πληθυσμών.
Εδώ βρίσκεται και η κρίσιμη διάκριση: άλλο είναι ένα τραγικό αποτέλεσμα που συνέβη παρά την τήρηση των κανόνων εμπλοκής και άλλο η χρήση της βίας εναντίον αμάχων ως μέσου πολιτικής ή στρατιωτικής πίεσης.
Στη δεύτερη περίπτωση, δεν μιλάμε απλώς για «σκληρότητα του πολέμου». Μιλάμε για πιθανή εγκληματική ευθύνη.
Η πολιτική χρήση του τρόμου
Σύμφωνα με την προσέγγιση που παρουσίασε ο Γιάννης Ραχιώτης, όταν τέτοιες επιθέσεις δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά αλλά εντάσσονται σε μια στρατηγική πίεσης, τότε αποκτούν ακόμη βαρύτερη διάσταση.
Ο θάνατος φοιτητών, παιδιών ή ασθενών δεν είναι μόνο ανθρώπινη τραγωδία. Είναι μήνυμα τρόμου προς την κοινωνία. Είναι προσπάθεια να καμφθεί το ηθικό, να διαλυθεί η καθημερινότητα, να επιβληθεί φόβος εκεί όπου δεν μπορεί να επιβληθεί πολιτική λύση.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τέτοιες πράξεις τόσο επικίνδυνες: δεν πλήττουν μόνο τα άμεσα θύματα. Πλήττουν την ίδια την έννοια της ανθρώπινης προστασίας σε καιρό πολέμου.
Όταν ο άμαχος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο που πρέπει να προστατευθεί και μετατρέπεται σε μέσο πίεσης, τότε ο πόλεμος βυθίζεται σε ακόμη πιο σκοτεινό επίπεδο.
Η ευθύνη της διεθνούς κοινότητας
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη σύγκρουση. Αφορά το εάν η διεθνής κοινότητα είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί τους κανόνες που η ίδια έχει θεσπίσει.
Διότι οι κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν υπάρχουν για να εφαρμόζονται επιλεκτικά. Δεν υπάρχουν μόνο όταν τα θύματα είναι «δικά μας» ή όταν οι δράστες είναι «αντίπαλοι». Υπάρχουν ακριβώς για να περιορίζουν την αυθαιρεσία της ισχύος, ανεξάρτητα από το ποιος την ασκεί.
Γι’ αυτό κάθε τέτοια υπόθεση χρειάζεται ανεξάρτητη διερεύνηση, τεκμηρίωση, απονομή ευθυνών και όχι επικοινωνιακή διαχείριση. Οι νεκροί άμαχοι δεν μπορούν να γίνονται υποσημείωση σε στρατιωτικά ανακοινωθέντα.
Υπάρχουν στιγμές που η γλώσσα αποκαλύπτει την ηθική κατάρρευση μιας εποχής. Όταν ο θάνατος παιδιών, φοιτητών και ασθενών περιγράφεται ως «παράπλευρη απώλεια», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο πόλεμος. Είναι και η προσπάθεια να συνηθίσουμε τη βαρβαρότητα.
Και αυτό δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό.
Γιατί κανένα παιδί, κανένας φοιτητής, κανένας άμαχος δεν είναι «παράπλευρος».
Είναι άνθρωπος. Και η προστασία του είναι το ελάχιστο όριο ανάμεσα στον πόλεμο και την απόλυτη απανθρωπιά.

