Η Ευαγγελία Μιμίκου περιγράφει πώς κινδύνευσε κατά το πρωινό της τρέξιμο και καταγγέλλει αδιαφορία από την οδηγό.
Μια επικίνδυνη στιγμή στον δρόμο, που σύμφωνα με την ίδια θα μπορούσε να είχε πολύ σοβαρότερη κατάληξη, περιγράφει σε δημόσια ανάρτησή της η Ευαγγελία Μιμίκου. Το περιστατικό σημειώθηκε, όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια του πρωινού της τρεξίματος στην Έξω Παναγίτσα, σε διασταύρωση μετά το βενζινάδικο, στην κατεύθυνση προς Χαλκίδα.
Σύμφωνα με την καταγγελία της, ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει στη διασταύρωση, προκειμένου να βγει στον κεντρικό δρόμο. Η ίδια περνούσε τρέχοντας χαλαρά πίσω από το σταματημένο όχημα, όταν η οδηγός, όπως υποστηρίζει, έβαλε ξαφνικά όπισθεν χωρίς να ελέγξει τον χώρο πίσω της.
Η κ. Μιμίκου αναφέρει ότι χρειάστηκε να απομακρυνθεί απότομα, σχεδόν με άλμα, για να αποφύγει το αυτοκίνητο. Στην προσπάθειά της παραπάτησε και έγδαρε τα χέρια της. «Γλίτωσα το ατύχημα στο παραπέντε», σημειώνει.
Εξίσου έντονη είναι η διαμαρτυρία της για την αντίδραση που, κατά την περιγραφή της, ακολούθησε. Όταν επισήμανε στην οδηγό τον κίνδυνο που είχε διατρέξει, εκείνη φέρεται να απάντησε: «Δεν με είδες που έβαλα όπισθεν;».
Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι δεν άκουσε ούτε μία συγγνώμη και ότι δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για τη σωματική της ακεραιότητα.
Στην ανάρτησή της θέτει και το ουσιαστικότερο ερώτημα: τι θα είχε συμβεί εάν στη θέση της βρισκόταν ένα παιδί, ένας ηλικιωμένος, ένας ποδηλάτης ή ένας άνθρωπος που δεν θα μπορούσε να αντιδράσει τόσο γρήγορα;
Η περιγραφή της αναδεικνύει το ζήτημα της προσοχής απέναντι σε όσους κινούνται έξω από την προστασία ενός αυτοκινήτου. Ένας ελιγμός που για τον οδηγό διαρκεί ελάχιστα δευτερόλεπτα μπορεί να θέσει έναν πεζό σε άμεσο κίνδυνο.
Η ίδια συνδέει την εμπειρία της με τη νοοτροπία ότι «ο δρόμος μου ανήκει» και καλεί πεζούς, ποδηλάτες και δρομείς να βρίσκονται σε εγρήγορση. Όμως η ασφάλεια στον δρόμο δεν μπορεί να εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα προλάβει κάποιος να παραμερίσει. Προϋποθέτει προσοχή πριν από κάθε ελιγμό και σεβασμό στην παρουσία του άλλου.

