Η ευρωπαϊκή πορεία και η ελληνική υστέρηση αποτυπώνουν το πραγματικό μέτρο της οικονομικής προόδου: πόσα μπορεί να αγοράσει ο πολίτης με το εισόδημά του.
Δεκαπέντε χρόνια μετά το 2010, η Ελλάδα εξακολουθεί να μετρά χαμένη αγοραστική δύναμη. Σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Λαδόπουλου στο Greekonomics, η οποία παραπέμπει σε στοιχεία της Eurostat, το διάμεσο πραγματικό εισόδημα στον δείκτη του 2025 παραμένει 22,3% χαμηλότερα από την αφετηρία του 2010. Την ίδια περίοδο, η αντίστοιχη μεταβολή για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι θετική κατά 25,4%. Η ανάλυση του Greekonomics.
Αυτή η απόσταση βάζει ένα ουσιαστικό όριο στους πανηγυρισμούς περί οικονομικής αποκατάστασης. Η βελτίωση από τα χειρότερα χρόνια της κρίσης είναι υπαρκτή. Η επιστροφή, όμως, στην αγοραστική δύναμη της αφετηρίας παραμένει εκκρεμής.
Ο συγκεκριμένος δείκτης χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Το διάμεσο εισόδημα βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής: ο μισός πληθυσμός βρίσκεται χαμηλότερα και ο άλλος μισός υψηλότερα. Η αποτύπωσή του σε πραγματικούς όρους λαμβάνει υπόψη την επίδραση των τιμών. Επομένως, δεν αρκεί να αυξάνεται το ποσό σε ευρώ· σημασία έχει τι μπορεί να αγοράσει.
Δεν προκύπτει ότι κάθε εργαζόμενος έχασε ακριβώς το ίδιο ποσοστό, ούτε ότι ο δείκτης μετρά αποκλειστικά μισθούς. Προκύπτει, όμως, μια επίμονη υστέρηση στο εισόδημα που βρίσκεται στο κέντρο της κατανομής.
Με βάση το 2010 στις 100 μονάδες, η ελληνική επίδοση διαμορφώνεται στις 77,7. Στη Γαλλία ο δείκτης βρίσκεται στις 99,4 μονάδες, στην Ιταλία στις 103 και στη Φινλανδία στις 103,8. Συνεπώς, και η Γαλλία βρίσκεται οριακά κάτω από τη βάση της, ενώ η ελληνική υποχώρηση είναι πολύ μεγαλύτερη.
Στην άλλη πλευρά, η Ρουμανία φτάνει τις 260,2 μονάδες, η Λιθουανία τις 210,2, η Λετονία τις 201,8 και η Βουλγαρία τις 200,3. Τα μεγέθη αυτά καταγράφουν τη μεταβολή κάθε χώρας σε σχέση με τη δική της αφετηρία. Δεν αποτελούν κατάταξη του ποιος έχει σήμερα υψηλότερο εισόδημα, καθώς οι αρχικές εισοδηματικές συνθήκες διαφέρουν.
Η ελληνική διαδρομή δείχνει πόσο βαθιά ήταν η απώλεια. Από τις 87,7 μονάδες το 2011, ο δείκτης έπεσε στις 58,9 το 2015, καταγράφοντας υποχώρηση 41,1% έναντι του 2010. Ακολούθησε ανάκαμψη, με ενδιάμεση πτώση από τις 74,2 στις 71,6 μονάδες το 2023. Η άνοδος από το χαμηλό του 2015 έως τις 77,7 μονάδες αντιστοιχεί περίπου σε 32%.
Εδώ βρίσκεται και η παγίδα της επιλεκτικής παρουσίασης: μια μεγάλη ποσοστιαία άνοδος από πολύ χαμηλή βάση μπορεί να συνυπάρχει με σοβαρή απώλεια σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Και οι δύο αριθμοί είναι αναγκαίοι για να περιγραφεί η πραγματικότητα.
Για να επιστρέψει ο δείκτης από τις 77,7 στις 100 μονάδες, χρειάζεται πλέον αύξηση περίπου 28,7% σε πραγματικούς όρους. Η απαιτούμενη άνοδος είναι μεγαλύτερη από το ποσοστό της σημερινής υστέρησης, επειδή υπολογίζεται πάνω στη μειωμένη βάση.
Η πολιτική συζήτηση οφείλει να αρχίσει από αυτό το έλλειμμα. Οι κυβερνήσεις κρίνονται και από το κατά πόσο η οικονομική βελτίωση φτάνει στο εισόδημα των πολιτών, αν αντέχει απέναντι στις ανατιμήσεις και αν αποκαθιστά τις απώλειες. Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν μοιράζει από μόνος του τις ευθύνες μεταξύ διαφορετικών περιόδων και πολιτικών. Αποτυπώνει, ωστόσο, το αποτέλεσμα που χρειάζεται εξήγηση.
Δεκαπέντε χρόνια είναι μεγάλο διάστημα για να παραμένει η επιστροφή στην αφετηρία ζητούμενο. Το ερώτημα προς όσους παρουσιάζουν την οικονομική αποκατάσταση ως τετελεσμένη είναι συγκεκριμένο: με ποια πολιτική και σε ποιον χρονικό ορίζοντα θα καλυφθεί η χαμένη αγοραστική δύναμη;

