Ο Αντιπεριφερειάρχης Περιβάλλοντος, Χωρικού Σχεδιασμού και Μεταφορών Ευάγγελος Κούκουζας επέλεξε να μιλήσει για «Φως», «ενότητα» και «καλύτερες μέρες». Μόνο που σε Προκόπι, Λίμνη και Αγία Άννα, η κοινωνία δεν συζητά για ευχές. Συζητά για αδειοδοτήσεις, για αποφάσεις που προκάλεσαν αντιδράσεις και για πολιτικές απαντήσεις που ακόμη δεν έχουν δοθεί με την καθαρότητα που απαιτεί η περίσταση.
Γιατί όταν ένας θεσμικός παράγοντας ζητά εμπιστοσύνη, δεν αρκεί να μοιράζει ευχολόγια. Οφείλει πρώτα να έχει απαντήσει στα βαριά ερωτήματα: ποιος εισηγήθηκε, ποιος ενέκρινε, με ποια κριτήρια προχώρησαν οι άδειες και γιατί οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι αγνοήθηκαν. Όλα τα άλλα είναι δημόσιες σχέσεις πάνω σε ανοιχτές πληγές.
Οι ευχές δεν είναι λογοδοσία
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας αιρετός εύχεται «Καλή Ανάσταση». Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι ευχές επιχειρούν να υποκαταστήσουν την πολιτική λογοδοσία.
Σε περιοχές που έχουν φορτιστεί από αποφάσεις με περιβαλλοντικό, χωροταξικό και κοινωνικό αποτύπωμα, η επίκληση της ενότητας ακούγεται κενή όταν δεν συνοδεύεται από πλήρη δημόσια εξήγηση. Η κοινωνία δεν ζητά συναισθηματική διακόσμηση. Ζητά αλήθεια.
Προκόπι, Λίμνη, Αγία Άννα δεν είναι επικοινωνιακό φόντο
Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι κοινό για πασχαλινές κάρτες. Είναι άνθρωποι που βλέπουν τον τόπο τους να αλλάζει, να πιέζεται και να φορτώνεται αποφάσεις που απαιτούν καθαρές κουβέντες.
Όταν υπάρχουν αντιδράσεις για αδειοδοτήσεις, κανείς δεν δικαιούται να παριστάνει ότι το πολιτικό πρόβλημα εξαφανίζεται κάτω από λίγες λέξεις περί αισιοδοξίας. Το Προκόπι, η Λίμνη και η Αγία Άννα δεν ζητούν ωραίες φράσεις. Ζητούν να μάθουν ποιοι αποφάσισαν, πώς αποφάσισαν και για ποιον λογαριασμό αποφάσισαν.
Το φως πέφτει στις υπογραφές, όχι στις αναρτήσεις
Η πραγματική δοκιμασία κάθε εξουσίας δεν είναι το ύφος των εορταστικών μηνυμάτων της. Είναι η αντοχή της όταν έρθει η ώρα των εγγράφων, των υπογραφών, των εισηγήσεων και της πολιτικής ευθύνης.
Εκεί κρίνεται αν υπάρχει διαφάνεια ή υπεκφυγή. Εκεί φαίνεται αν ο θεσμός υπηρετεί τον πολίτη ή αν ο πολίτης καλείται απλώς να ανεχθεί τετελεσμένα. Και όσο αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, κάθε δημόσια επίκληση στο «Φως της Αναστάσεως» ηχεί όλο και περισσότερο σαν απόπειρα εξωραϊσμού μιας πολύ σκοτεινότερης πραγματικότητας.
Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη από άλλες γυαλισμένες ευχές από θέσεις εξουσίας. Έχουν ανάγκη από ονόματα, αποφάσεις, εξηγήσεις και ευθύνη.
Γιατί το Φως της Αναστάσεως δεν φωτίζει δημόσιες σχέσεις. Φωτίζει αλήθειες.
Και όπου οι αλήθειες λείπουν, οι ευχές μοιάζουν όχι με μήνυμα ελπίδας, αλλά με προσβολή στη νοημοσύνη και στην αγωνία της κοινωνίας.

