Ο πρέσβης ε.τ. απέρριψε το δίλημμα «αδράνεια ή σύγκρουση» – Η κρίσιμη νομική διάκριση ανάμεσα στην ΑΟΖ, τα χωρικά ύδατα και το τουρκικό casus belli
Με τρεις φράσεις που συμπυκνώνουν ολόκληρη την ελληνική αμηχανία απέναντι στην Τουρκία περιέγραψε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής αποσπάσματα της συζήτησής του στο OPEN:
«Θέλετε πόλεμο;»
«Δεν είναι αυτό casus belli;»
«Δεν ασκούμε τα δικαιώματά μας – τι άλλο δηλαδή να ασκήσουμε;»
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα επιθυμεί μια στρατιωτική σύγκρουση. Κανένα σοβαρό κράτος δεν επιδιώκει τον πόλεμο. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί η απειλή πολέμου από ένα γειτονικό κράτος να μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό αναστολής νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων;
Ο Γιώργος Αϋφαντής απάντησε αρνητικά. Η θέση του είναι ότι η αποτροπή, η διπλωματία και οι εξοπλισμοί δεν υπάρχουν για τις παρελάσεις ούτε για να διαχειρίζονται επ’ αόριστον τον φόβο της τουρκικής αντίδρασης. Υπάρχουν ώστε η χώρα να μπορεί να ασκεί όσα της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο χωρίς να εκβιάζεται.
Το casus belli δεν αφορά την ανακήρυξη ΑΟΖ
Στη δημόσια συζήτηση χρειάζεται, όμως, απόλυτη ακρίβεια. Το τουρκικό casus belli του 1995 δεν διατυπώθηκε για ενδεχόμενη ανακήρυξη ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Συνδέθηκε με το ενδεχόμενο επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Η ίδια η τουρκική πλευρά αναγνωρίζει επισήμως ότι η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης της 8ης Ιουνίου 1995 αποτέλεσε αντίδραση στην κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας από την Ελλάδα και στη δυνατότητα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια.
Άρα το ερώτημα «η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν είναι casus belli;» συγχέει δύο διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες και δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα.
Στα χωρικά ύδατα το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχία, με την επιφύλαξη κανόνων όπως η αβλαβής διέλευση. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 ναυτικά μίλια.
Στην ΑΟΖ, αντίθετα, το κράτος δεν αποκτά πλήρη κυριαρχία επί της θάλασσας. Ασκεί συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσίες, κυρίως για την έρευνα, την εκμετάλλευση και τη διαχείριση φυσικών πόρων.
Η ανακήρυξη ΑΟΖ μπορεί να αποτελεί μονομερή κρατική πράξη. Δεν επιλύει, όμως, από μόνη της τα όρια σε περιοχές όπου οι αξιώσεις γειτονικών κρατών επικαλύπτονται. Εκεί απαιτείται συμφωνία οριοθέτησης ή προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοσία, με στόχο μια δίκαιη λύση.
Αυτό δεν ακυρώνει το δικαίωμα της Ελλάδας. Ακυρώνει την πρόχειρη ιδέα ότι αρκεί μια ανακοίνωση για να λυθεί αυτομάτως κάθε διαφορά στο Αιγαίο.
Η νομιμότητα δεν καταργεί την ανάγκη στρατηγικής
Η φράση «θέλετε πόλεμο;» δημιουργεί ένα βολικό αλλά ψευδές δίλημμα. Σαν να υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: είτε η Ελλάδα παραιτείται από την άσκηση δικαιωμάτων είτε οδηγείται αυτομάτως σε σύγκρουση.
Δεν είναι έτσι.
Η άσκηση ενός δικαιώματος που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί επιθετική ενέργεια. Από την άλλη πλευρά, η επίκληση της νομιμότητας δεν αρκεί για να εξαφανίσει τον πραγματικό κίνδυνο κλιμάκωσης.
Ακριβώς γι’ αυτό ένα κράτος χρειάζεται στρατηγική: διπλωματική προετοιμασία, συμμαχίες με συγκεκριμένο περιεχόμενο, στρατιωτική ετοιμότητα, επάρκεια μέσων και πυρομαχικών, καθαρές κόκκινες γραμμές και συνέπεια ανάμεσα στις δημόσιες δηλώσεις και στις πράξεις του.
Η αποτροπή δεν είναι πολεμοκαπηλία. Είναι η ικανότητα να πείσεις τον αντίπαλο ότι το κόστος της επίθεσης ή του εκβιασμού θα είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε όφελος.
Αυτό ακριβώς υπογράμμισε ο Γιώργος Αϋφαντής όταν δήλωσε ότι η ελληνική αποτροπή απέναντι στην Τουρκία είναι «μηδέν» και έθεσε το ερώτημα πώς μπορεί να ασκηθεί αξιόπιστη διπλωματία χωρίς πολιτική βούληση και πραγματική αποτρεπτική ισχύ.
Πρόκειται για σκληρή πολιτική κρίση, όχι για ουδέτερο πραγματολογικό δεδομένο. Η κυβέρνηση την απορρίπτει. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριξε, μία ημέρα αργότερα, ότι η Ελλάδα έχει περάσει από την «παθητική διπλωματική αδράνεια» σε ενεργητικές πρωτοβουλίες. Επανέλαβε ακόμη ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα, το οποίο η χώρα μπορεί να ασκήσει μονομερώς στον χρόνο και με τον τρόπο που θα επιλέξει.
Η διαφωνία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ύπαρξη του δικαιώματος. Βρίσκεται στο αν, πότε και με ποια προετοιμασία η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να το ασκήσει.
Η αυτοσυγκράτηση δεν μπορεί να γίνει μόνιμη παραίτηση
Η Ελλάδα έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο και έως το ακρωτήριο Ταίναρο. Έχει επίσης συνάψει συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Ιταλία και συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Στο Αιγαίο, όμως, τα χωρικά ύδατα παραμένουν στα έξι ναυτικά μίλια και η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες.
Η προσεκτική επιλογή χρόνου δεν είναι από μόνη της υποχώρηση. Μπορεί να αποτελεί στοιχείο σοβαρού σχεδιασμού. Όταν, όμως, η αναβολή δεν συνοδεύεται από σαφή στρατηγική και ορίζοντα, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από τακτική επιλογή σε μόνιμο αυτοπεριορισμό.
Και τότε η απειλή της Άγκυρας αποκτά αποτέλεσμα χωρίς καν να χρειαστεί να υλοποιηθεί.
Αυτό είναι το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Αϋφαντή. Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται όταν ο ένας απειλεί και ο άλλος συνηθίζει να μην ασκεί τα δικαιώματά του. Διασφαλίζεται όταν η διπλωματία στηρίζεται σε αξιοπιστία, προετοιμασία και ισχύ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «θέλετε πόλεμο;».
Το ερώτημα είναι μέχρι πότε μια χώρα μπορεί να δηλώνει ότι διατηρεί ένα δικαίωμα, χωρίς να εξηγεί πότε και με ποιο σχέδιο σκοπεύει να το ασκήσει.

