Όταν η κοινωνία ζητά Δικαιοσύνη, τα πολιτικά μαγειρεία απαντούν με σενάρια συγκυβέρνησης, μικροκομματικούς υπολογισμούς και επιθέσεις σε όποιον δεν μπορούν να ελέγξουν.
Υπάρχει ένας λόγος που η Μαρία Καρυστιανού ενοχλεί τόσο πολύ το πολιτικό σύστημα.
Δεν είναι μόνο επειδή μιλά για τα Τέμπη. Δεν είναι μόνο επειδή επιμένει στη Δικαιοσύνη. Δεν είναι μόνο επειδή δεν αποδέχεται τη λήθη ως εθνική πολιτική.
Είναι επειδή θυμίζει καθημερινά σε όλους — κυβέρνηση, αντιπολίτευση, θεσμούς και κόμματα — ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο ισχυρό από τα ποσοστά, τις δημοσκοπήσεις και τις καρέκλες: η κοινωνική απαίτηση να μη θαφτεί η αλήθεια.
Και αυτό είναι που δεν αντέχουν.
Διότι την ώρα που η χώρα μετρά πληγές από τα Τέμπη, τις υποκλοπές, την ακρίβεια, την ατιμωρησία και τη διάλυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε σε κανονικότητα.
Σαν να μην έγινε τίποτα.
Σαν να αρκεί ένα κυβερνητικό σχήμα, μια αλλαγή προσώπων, μια μετεκλογική συνεννόηση, μια «υπεύθυνη» συγκυβέρνηση, για να ξεχαστούν όλα.
Δεν θα ξεχαστούν.
Η Καρυστιανού δεν είναι κόμμα — είναι υπενθύμιση
Η Μαρία Καρυστιανού δεν χρειάζεται να γίνει κόμμα για να φοβίζει το σύστημα.
Το φοβίζει ήδη.
Το φοβίζει γιατί δεν μιλά τη γλώσσα των κομματικών μηχανισμών. Δεν ζητά υπουργεία. Δεν ζητά ρόλους. Δεν ζητά μερίδιο εξουσίας. Ζητά το αυτονόητο: αλήθεια, ευθύνη, λογοδοσία, Δικαιοσύνη.
Και ακριβώς επειδή ζητά το αυτονόητο, αποκαλύπτει πόσο αφύσικο έχει γίνει το πολιτικό μας περιβάλλον.
Σε μια κανονική Δημοκρατία, μια μάνα που ζητά απαντήσεις για τον θάνατο του παιδιού της δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό πρόβλημα. Θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ηθική υποχρέωση του κράτους.
Στην Ελλάδα, όμως, όποιος δεν εντάσσεται, δεν σιωπά και δεν ελέγχεται, βαφτίζεται «ενοχλητικός».
Και εκεί αρχίζει ο πραγματικός πανικός.
Η αξιωματική αντιπολίτευση ως χαμένη ευκαιρία
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη είχε μια ιστορική ευκαιρία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύθηκε πολιτικά. Η αξιωματική αντιπολίτευση του χαρίστηκε από τη συγκυρία. Απέναντί του είχε μια κυβέρνηση βαθιά φθαρμένη από την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τα Τέμπη, τα σκάνδαλα, την αλαζονεία και την κοινωνική κόπωση.
Κι όμως, η βελόνα δεν κουνήθηκε όσο θα περίμενε κανείς.
Γιατί;
Διότι ο κόσμος δεν ψάχνει απλώς άλλο ένα κόμμα να διαχειριστεί το ίδιο σύστημα. Δεν ψάχνει μια πιο ευγενική εκδοχή της ίδιας πολιτικής. Δεν ψάχνει αντιπολίτευση που θα φωνάζει μέχρι την κάλπη και μετά θα βαφτίζει τη συνεννόηση με τη Δεξιά «εθνική ευθύνη».
Ο κόσμος ψάχνει ρήξη με τη συγκάλυψη.
Και εκεί η Καρυστιανού μοιάζει, στα μάτια πολλών πολιτών, πιο καθαρή από πολλούς επαγγελματίες της πολιτικής.
Το ερώτημα που φοβούνται όλοι
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Καρυστιανού θα γίνει πολιτικός παράγοντας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί μια γυναίκα εκτός κομματικού μηχανισμού κατάφερε να εκφράσει τόσο βαθιά την ανάγκη της κοινωνίας για Δικαιοσύνη, ενώ ολόκληρα κόμματα αντιπολίτευσης παλεύουν ακόμη να πείσουν ότι δεν παίζουν παιχνίδια ισορροπιών.
Αυτό είναι το πολιτικό χαστούκι.
Όταν η κοινωνία βλέπει περισσότερη συνέπεια σε μια μάνα που πονά παρά σε κομματικές ηγεσίες που μετρούν ποσοστά, τότε το πρόβλημα δεν το έχει η κοινωνία.
Το έχει το πολιτικό σύστημα.
Και όσο η κυβέρνηση προσπαθεί να κλείσει υποθέσεις με επικοινωνιακή διαχείριση, όσο η αντιπολίτευση μπερδεύεται ανάμεσα στη ρήξη και στη μελλοντική συγκυβέρνηση, όσο τα κόμματα σκέφτονται την επόμενη κάλπη και όχι την επόμενη γενιά, τόσο η φωνή της Καρυστιανού θα μεγαλώνει.
Όχι επειδή το επιδιώκει.
Αλλά επειδή οι άλλοι μικραίνουν.
Η κοινωνία δεν ζητά διαχειριστές
Η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι μία ακόμη υπόθεση στην πολιτική ατζέντα.
Είναι η γραμμή που χωρίζει την Ελλάδα της ευθύνης από την Ελλάδα της συγκάλυψης. Την Ελλάδα των θεσμών από την Ελλάδα των διευθετήσεων. Την Ελλάδα της μνήμης από την Ελλάδα του «πάμε παρακάτω».
Και σε αυτή τη γραμμή δεν χωρούν μισόλογα.
Ή είσαι με τη Δικαιοσύνη ή είσαι με την αμνησία.
Ή είσαι με την αλήθεια ή είσαι με τη διαχείριση.
Ή είσαι με τους ανθρώπους που ζητούν λογοδοσία ή είσαι με όσους περιμένουν να κουραστεί η κοινωνία και να ξεχάσει.
Η Καρυστιανού, είτε συμφωνεί κανείς με κάθε λέξη της είτε όχι, έχει σταθεί στη σωστή πλευρά αυτού του διλήμματος: στην πλευρά της μνήμης, της επιμονής και της απαίτησης για αλήθεια.
Αν κάποιοι νομίζουν ότι η κοινωνία θα συγκινηθεί από σενάρια συγκυβέρνησης, λογαριάζουν λάθος.
Αν πιστεύουν ότι ο κόσμος που βγήκε στους δρόμους για τα Τέμπη θα αρκεστεί σε μια αλλαγή προσώπων χωρίς πραγματική λογοδοσία, λογαριάζουν λάθος.
Αν φαντάζονται ότι η οργή μπορεί να γίνει υπουργικό συμβούλιο, λογαριάζουν πολύ λάθος.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν τους φοβίζει επειδή έχει μηχανισμό.
Τους φοβίζει επειδή έχει κάτι που οι ίδιοι έχουν χάσει: ηθικό έρεισμα.
Και αυτό δεν αγοράζεται, δεν μεταγράφεται, δεν διορίζεται και δεν μπαίνει σε συμφωνία κορυφής.
Γι’ αυτό, όσο κάποιοι μετρούν καρέκλες, χαρτοφυλάκια και μετεκλογικές ισορροπίες, η κοινωνία μετρά κάτι άλλο: ποιος στάθηκε απέναντι στη συγκάλυψη και ποιος περίμενε να δει από πού φυσάει ο άνεμος.
Και για όσους ονειρεύονται να βαφτίσουν τη συγκυβέρνηση «σταθερότητα», η απάντηση μπορεί να έρθει πολύ πιο απλά απ’ όσο νομίζουν:
ένα μεγάλο μονοψήφιο για όσους κατάλαβαν αργά ότι η Δικαιοσύνη δεν μπαίνει σε πολιτικό παζάρι.

