Έδιωξαν τον άνθρωπο του βουνού και μετά απορούν γιατί τα δάση έγιναν πυριτιδαποθήκες
Η Ελλάδα των γραφείων, των εγκυκλίων και των δήθεν ευαίσθητων τεχνοκρατών κήρυξε πόλεμο στον τσέλιγκα. Στον άνθρωπο που ζούσε στο βουνό, περπατούσε το δάσος, ήξερε τα μονοπάτια, καθάριζε με το κοπάδι του τη χαμηλή βλάστηση και λειτουργούσε, χωρίς μισθό και χωρίς ταμπέλα, ως φυσικός φύλακας της υπαίθρου.
Τον είπαν παραβάτη. Τον φόρτωσαν πρόστιμα. Τον έπνιξαν στη γραφειοκρατία. Τον ανάγκασαν να φύγει από τα χωριά. Και τώρα που τα βουνά άδειασαν, τα χόρτα έγιναν δύο μέτρα, τα μονοπάτια χάθηκαν και τα δάση καίγονται σαν λαμπάδες, το ίδιο σύστημα παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι συνέβη.
1. Ο τσέλιγκας δεν ήταν εχθρός του δάσους. Ήταν η ζωντανή του άμυνα
Ο αγροκτηνοτρόφος δεν έβλεπε το βουνό ως «περιβαλλοντικό αντικείμενο» πάνω σε έναν χάρτη. Το έβλεπε ως σπίτι. Ως τόπο ζωής. Ως καθημερινή ευθύνη.
Το κοπάδι του έτρωγε το χορταράκι στα λιβάδια. Κρατούσε χαμηλά τη βλάστηση. Άνοιγε περάσματα. Συντηρούσε, με τον πιο φυσικό τρόπο, ζώνες που λειτουργούσαν σαν αντιπυρική προστασία. Ο ίδιος ήξερε ποιο μονοπάτι έκλεισε, πού μαζεύτηκαν ξερά κλαδιά, πού κρατά υγρασία το χώμα, πού μπορεί να περάσει άνθρωπος, ζώο ή πυροσβεστικό μέσο.
Ήταν δασοφύλακας χωρίς στολή. Δασοπόνος χωρίς πτυχίο. Παρατηρητής χωρίς γραφείο. Φύλακας χωρίς σφραγίδα.
Και όμως, αυτόν τον άνθρωπο το κράτος τον αντιμετώπισε σαν ενόχληση.
2. Τον κυνήγησαν για το ξύλο, ενώ έκλειναν τα μάτια στα μεγάλα συμφέροντα
Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική υποκρισία.
Ο φτωχός άνθρωπος του βουνού, αν έκοβε ένα πεύκο, αν μάζευε λίγα ξύλα, αν άνοιγε ένα πέρασμα, αν έκανε κάτι που επί γενιές ήταν μέρος της ζωής της υπαίθρου, έβλεπε μπροστά του σειρήνες, πρόστιμα, κατασχέσεις, απειλές και κρατικό τσαμπουκά.
Τον βάφτισαν εγκληματία.
Την ίδια ώρα, όταν εμφανίζονται οι μεγάλοι σχεδιασμοί, οι εργολαβίες, οι δρόμοι μέσα στα βουνά, οι ανεμογεννήτριες στις κορυφογραμμές, οι επενδύσεις που βαφτίζονται πάντα «πράσινες», τότε όλα ξαφνικά γίνονται νόμιμα, ώριμα, αναγκαία και αναπτυξιακά.
Για τον τσέλιγκα υπήρχε αυστηρότητα.
Για τα μεγάλα συμφέροντα υπάρχει κατανόηση.
Για τον φτωχό υπήρχαν πρόστιμα.
Για τους ισχυρούς υπάρχουν μελέτες, άδειες και χειροκροτήματα.
Αυτή δεν είναι περιβαλλοντική πολιτική. Είναι κοινωνική αδικία με πράσινο περιτύλιγμα.
3. Άδειασαν τα χωριά, ερήμωσαν τα βουνά, και τώρα καίγεται η μνήμη της υπαίθρου
Ο θάνατος του τσελιγκά δεν είναι απλώς το τέλος ενός επαγγέλματος. Είναι το τέλος μιας ισορροπίας.
Όταν έφυγε ο κτηνοτρόφος, δεν έφυγε μόνο ένα κοπάδι. Έφυγε το μάτι που έβλεπε το βουνό κάθε μέρα. Έφυγε το χέρι που καθάριζε το μονοπάτι. Έφυγε η φωνή που θα ειδοποιούσε για τον καπνό. Έφυγε η παρουσία που κρατούσε ζωντανό έναν τόπο.
Τα χωριά άδειασαν. Τα μαντριά γκρεμίστηκαν. Τα λιβάδια αγρίεψαν. Τα μονοπάτια έκλεισαν. Τα δάση έγιναν ρουμάνια. Και όταν ανάβει η φωτιά, δεν βρίσκει πια ανθρώπινη παρουσία. Βρίσκει εγκατάλειψη. Βρίσκει ξερά χόρτα. Βρίσκει καύσιμη ύλη. Βρίσκει ένα κράτος που θυμάται το δάσος μόνο όταν το βλέπει στις φλόγες.
Ο κυρ Γιώργης, ο κάθε κυρ Γιώργης, δεν είναι γραφική φιγούρα μιας παλιάς Ελλάδας. Είναι γνώση. Είναι εμπειρία. Είναι σοφία ζωής. Είναι ο άνθρωπος που έμαθε τη φύση όχι από συνέδρια, αλλά από βροχές, χιόνια, ζώα, νύχτες, κινδύνους και ιδρώτα.
Και αυτόν τον άνθρωπο δεν τον σεβαστήκαμε.
Κυνηγήσαμε τον τσέλιγκα και παραδώσαμε το βουνό στην εγκατάλειψη.
Διώξαμε τον αγροκτηνοτρόφο και μετά ανακαλύψαμε τις αντιπυρικές ζώνες στα PowerPoint.
Βγάλαμε παράνομο τον άνθρωπο που κρατούσε ανοιχτό το μονοπάτι και νόμιμο κάθε μεγάλο σχέδιο που πληγώνει την κορυφογραμμή.
Και τώρα, κάθε φορά που ένα δάσος γίνεται στάχτη, δεν καίγονται μόνο δέντρα. Καίγεται η μνήμη μιας Ελλάδας που ήξερε να ζει με τη φύση.
Γιατί όταν πεθαίνει ο τσέλιγκας, δεν πεθαίνει μόνο ένας άνθρωπος του βουνού.
Πεθαίνει το ίδιο το βουνό.

