«Αυξήθηκαν σχεδόν 3 δισ. ευρώ οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα τον Αύγουστο». Η είδηση είναι πραγματική. Το συμπέρασμα ότι οι πολίτες απέκτησαν αντίστοιχη οικονομική άνεση χρειάζεται πολύ περισσότερες αποδείξεις.
Γιατί ανάμεσα στο τραπεζικό υπόλοιπο μιας επιχείρησης και στα χρήματα που περισσεύουν σε έναν εργαζόμενο στο τέλος του μήνα υπάρχει ολόκληρη απόσταση. Και όποιος παρουσιάζει αυτά τα δύο σαν να είναι το ίδιο πράγμα, παραπλανά.
Ας δούμε την ίδια την ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδος. Τον Αύγουστο του 2026, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 2,965 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 2,380 δισ. αφορούσαν επιχειρήσεις και τα 585 εκατ. νοικοκυριά και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα. Δηλαδή, περίπου το 80% της αύξησης προήλθε από επιχειρήσεις. Αυτή η διάκριση αλλάζει ουσιαστικά την ανάγνωση του τίτλου.
Ακόμη και η αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών, όμως, δεν αποκαλύπτει πόσα νοικοκυριά ωφελήθηκαν, ούτε πώς μοιράστηκε το επιπλέον ποσό. Ένα συνολικό μέγεθος δεν περιγράφει από μόνο του τη ζωή της πλειονότητας.
Η αποταμίευση μετρά κάτι διαφορετικό: πόσο διαθέσιμο εισόδημα μένει αφού αφαιρεθεί η κατανάλωση. Οι καταθέσεις είναι χρήματα που βρίσκονται σε λογαριασμούς μια συγκεκριμένη στιγμή. Μπορούν να προέρχονται από εισοδήματα προηγούμενων ετών, από δανεισμό ή από πώληση περιουσιακών στοιχείων.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Στα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ήταν περίπου −2,5%, έναντι +14,5% στην ΕΕ. Αρνητικό ποσοστό είχε και η Ρουμανία. Για τον ελληνικό τομέα των νοικοκυριών συνολικά, αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση ξεπερνούσε το διαθέσιμο εισόδημα, με βάση τον συγκεκριμένο στατιστικό ορισμό. Δεν σημαίνει ότι κάθε οικογένεια βρισκόταν στην ίδια κατάσταση.
Υπάρχει και ο δανεισμός. Όταν μια τράπεζα χορηγεί νέο δάνειο πιστώνοντας έναν λογαριασμό, δημιουργείται κατάθεση μαζί με αντίστοιχη οφειλή. Ο δανειολήπτης δεν έγινε πλουσιότερος επειδή εμφανίστηκαν χρήματα στον λογαριασμό του. Παράλληλα, αποπληρωμές και άλλες συναλλαγές επηρεάζουν το τελικό ύψος των καταθέσεων. Επομένως, η αύξησή τους δεν ταυτίζεται αυτομάτως με αποταμίευση από εισόδημα.
Το ίδιο προσεκτικά πρέπει να μιλάμε για τις πωλήσεις ακινήτων. Αν κάποιος πουλήσει ένα σπίτι και εισπράξει το τίμημα, αυξάνεται η δική του κατάθεση. Εφόσον ο αγοραστής πληρώνει από υπάρχουσα κατάθεση στο ίδιο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, τα χρήματα απλώς μεταφέρονται. Το συνολικό ποσό δεν αυξάνεται εξαιτίας και μόνο της αγοραπωλησίας.
Για τον πωλητή, πάντως, η μεγαλύτερη ρευστότητα μπορεί να συνυπάρχει με απώλεια περιουσίας. Αν πουλά για να καλύψει ανάγκες, ο φουσκωμένος λογαριασμός του δεν αποτελεί πιστοποιητικό ευημερίας.
Προσοχή χρειάζονται και τα ποσοστά για τους μικροκαταθέτες. Το ΤΕΚΕ διευκρινίζει ότι η κατανομή του καταγράφει κάθε καταθέτη σε κάθε τράπεζα χωριστά. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται περισσότερες φορές. Συνεπώς, τέτοια στοιχεία δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε διαπιστώσεις του τύπου «το 85% των Ελλήνων έχει συνολικά κάτω από 5.000 ευρώ».
Η απαίτηση για ακρίβεια κάνει την κριτική ισχυρότερη. Και το ερώτημα προς την κυβέρνηση παραμένει: πόσοι πολίτες μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες τους και να βάζουν χρήματα στην άκρη, χωρίς νέο χρέος ή εκποίηση περιουσίας;
Αυτό οφείλει να ερευνά και η δημοσιογραφία. Να εξετάζει την κατανομή, την προέλευση των χρημάτων και την αγοραστική δύναμη. Όταν ένας θετικός δείκτης μετατρέπεται χωρίς αυτά τα στοιχεία σε γενικό πιστοποιητικό επιτυχίας, η ενημέρωση καταλήγει διαφήμιση.
Ο πολίτης δικαιούται να βλέπει τη βελτίωση στον οικογενειακό του προϋπολογισμό. Οι πανηγυρικοί τίτλοι δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς του.

