Οι μεσαιωνικοί φρουροί του κάμπου, ο «ποταμάρχης», η σχέση με τα γειτονικά οχυρά και τα τέσσερα κυκλικά ανοίγματα που τροφοδότησαν μια γοητευτική ιστορική υπόθεση.
Στο Ληλάντιο Πεδίο, εκεί όπου η εύφορη γη συναντά τη διαδρομή του Λήλαντα, δύο πέτρινοι πύργοι εξακολουθούν να ξεχωρίζουν στο τοπίο. Κοντά στον Μύτικα και τα Φύλλα, επάνω σε ένα χαμηλό βραχώδες ύψωμα με δύο κορυφές, στέκουν τα μεσαιωνικά κτίσματα που έχουν γίνει γνωστά ως «Δίδυμοι Πύργοι». Η παρουσία τους μεταφέρει τον επισκέπτη σε μια εποχή κατά την οποία η άμυνα, η αγροτική παραγωγή και η διαχείριση του νερού καθόριζαν την καθημερινότητα του κάμπου.
Γύρω από αυτά τα μνημεία έχουν αναπτυχθεί αφηγήσεις για φρουρούς, αξιωματούχους και κατοίκους που αναζητούσαν προστασία σε περιόδους κινδύνου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μια ιδιαίτερα ελκυστική εκδοχή: ότι ο ένας πύργος ίσως φιλοξενούσε ένα εξαιρετικά πρώιμο δημόσιο ρολόι. Η υπόθεση αυτή χρειάζεται προσεκτική αντιμετώπιση, καθώς τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που την τροφοδότησαν επιδέχονται διαφορετική ερμηνεία.
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Εύβοιας κατατάσσει τους πύργους στην υστεροβυζαντινή περίοδο και τη Λατινοκρατία. Η χρονολογική αυτή ένταξη τους τοποθετεί στον κόσμο των μεσαιωνικών οχυρώσεων του νησιού, όταν η κατοχή της γης και η προστασία σημαντικών περασμάτων αποτυπώνονταν και στην ανέγερση ισχυρών κτισμάτων.
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία τους, χρειάζεται να κοιτάξει πέρα από τις πέτρινες όψεις τους, προς τον ίδιο τον κάμπο. Στις περιγραφές της ιστορίας τους, οι πύργοι συνδέονται με την επιτήρηση των νερών του Λήλαντα, την ύδρευση της Χαλκίδας και την άρδευση των καλλιεργειών. Το νερό αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία και την παραγωγικότητα της περιοχής.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η αναφορά στο έτος 1429, σύμφωνα με την οποία σε έναν από τους δύο πύργους πιθανότατα κατοικούσε ο «ποταμάρχης». Επρόκειτο για Βενετό αξιωματούχο με αρμοδιότητες σχετικές με τη ροή των υδάτων, το πότισμα των αγρών και τη συντήρηση του υδροδοτικού συστήματος της Χαλκίδας. Η εγκατάστασή του στον συγκεκριμένο χώρο αναφέρεται ως πιθανή και όχι ως αδιαμφισβήτητη ταύτιση.
Η σύνδεση αυτή επιτρέπει να δούμε την οχύρωση ως μέρος της οργάνωσης μιας παραγωγικής περιοχής, όπου η ασφάλεια και η πρόσβαση στο νερό αποτελούσαν αλληλένδετες ανάγκες.
Ο αμυντικός χαρακτήρας των κτισμάτων παραμένει κεντρικός στις περιγραφές τους. Σε περιόδους ληστρικών, πειρατικών ή άλλων επιδρομών, η έγκαιρη προειδοποίηση μπορούσε να δώσει στους κατοίκους χρόνο να προστατευθούν. Οι φρουροί επιτηρούσαν τον ορίζοντα και οι οχυρωμένες θέσεις πρόσφεραν δυνατότητες καταφυγής, ενώ όσοι απομακρύνονταν αναζητούσαν ασφάλεια στα γύρω δάση και στα βουνά.
Η επίσημη αρχαιολογική παρουσίαση εξετάζει τους Δίδυμους Πύργους μαζί με τον πύργο του Βασιλικού και το γειτονικό κάστρο των Φύλλων. Έχουν θεωρηθεί τμήματα μιας αμυντικής αλυσίδας κατά μήκος του Λήλαντα, σε θέσεις σημαντικές για τις οδικές αρτηρίες της περιοχής. Έτσι, η ιστορία τους συνδέεται και με τις μετακινήσεις στον κάμπο, πέρα από την εποπτεία της αγροτικής γης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μικρή μεταξύ τους απόσταση, περίπου 200 μέτρα. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων καταγράφει την άποψη ότι αυτή η γειτνίαση ενδέχεται να σχετίζεται με κληρονομική διευθέτηση οικογενειακής ακίνητης περιουσίας. Πρόκειται για ερμηνευτική πρόταση, η οποία προσθέτει την ιδιοκτησιακή διάσταση στη συζήτηση για την παρουσία δύο πύργων τόσο κοντά ο ένας στον άλλο.
Η ίδια η κατασκευή τους δίνει απτές πληροφορίες για τον χαρακτήρα τους. Οι τοίχοι είναι χτισμένοι με ακατέργαστους λίθους, συνδεδεμένους με ασβεστοκονίαμα, ενώ στην τοιχοποιία έχουν ενσωματωθεί και θραύσματα πλίνθων. Οι θυρίδες όπλων και οι σωζόμενες επάλξεις συμπληρώνουν την εικόνα κτισμάτων προσαρμοσμένων σε αμυντικές ανάγκες.
Η είσοδος του ανατολικού πύργου καταγράφεται σε ύψος περίπου έξι μέτρων από το έδαφος, χαρακτηριστικό που παραπέμπει στην ανάγκη δυσκολότερης και ελεγχόμενης πρόσβασης στο κτίσμα.
Στο ανώτερο τμήμα του ίδιου πύργου βρίσκονται τα τέσσερα κυκλικά ανοίγματα που έχουν προκαλέσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η διάταξή τους οδήγησε στην υπόθεση ότι κάποτε υπήρχαν εκεί δίσκοι ρολογιού, ορατοί από διαφορετικές πλευρές. Σε συνδυασμό με τη χρονολόγηση του πύργου στον 15ο αιώνα, η εκδοχή αυτή γέννησε τον χαρακτηρισμό του ως ενδεχομένως του παλαιότερου πύργου ρολογιού στην Ελλάδα.
Ο «Καστρολόγος», ωστόσο, αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία και θεωρεί πιθανότερο τα ανοίγματα να ήταν κυκλικά παράθυρα, του τύπου που αποκαλείται «oeil-de-boeuf». Ως συγκριτικό παράδειγμα αναφέρει ανάλογα ανοίγματα σε μεσαιωνικά κτίσματα του Μυστρά. Η ύπαρξη των κυκλικών ανοιγμάτων, επομένως, δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει την εγκατάσταση μηχανισμού ρολογιού.
Ο τίτλος του «αρχαιότερου ρολογιού» παραμένει ανεπιβεβαίωτος. Ακόμη και η τεκμηρίωση μιας παλαιάς χρήσης ως ρολογιού θα απαιτούσε ξεχωριστή εξέταση του χρόνου εγκατάστασής του και σύγκριση με άλλα παραδείγματα. Η ηλικία ενός κτίσματος και η ηλικία μιας λειτουργίας που ενδεχομένως προστέθηκε σε αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην ίδιες.
Το ανοιχτό αυτό ερώτημα προσφέρει χώρο για έρευνα. Πότε κατασκευάστηκε κάθε τμήμα των πύργων; Υπήρξαν μεταγενέστερες αλλαγές στη χρήση τους; Ποια στοιχεία συνδέουν τις σωζόμενες μορφές με συγκεκριμένες ανάγκες των ανθρώπων που τις δημιούργησαν; Τέτοια ερωτήματα μπορούν να οδηγήσουν σε πληρέστερη κατανόηση των μνημείων, χωρίς να χρειάζεται κάθε ενδιαφέρουσα εκδοχή να μετατρέπεται σε βεβαιότητα.
Οι πύργοι μπορούν επίσης να αποτελέσουν αφετηρία γνωριμίας με τη μεσαιωνική Εύβοια. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων τούς περιλαμβάνει σε προτεινόμενη πολιτιστική διαδρομή που συνδέει τον Μύτικα, τα Φύλλα και το Βασιλικό με την Ερέτρια και συνεχίζει προς το Αλιβέρι και το Αυλωνάρι. Η διαδρομή αναδεικνύει τη δυνατότητα να προσεγγίσει κανείς διαφορετικές εποχές μέσα από γειτονικούς τόπους και μνημεία.
Για τη Χαλκίδα και το Ληλάντιο, μια τέτοια προσέγγιση έχει ιδιαίτερη εκπαιδευτική αξία. Μια οργανωμένη γνωριμία με τους πύργους θα μπορούσε να συνδέσει την τοπική ιστορία με τη γεωγραφία του ποταμού, τις καλλιέργειες, την αρχιτεκτονική και τις μεταβολές της εξουσίας. Οι μαθητές θα είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν πώς ένα μνημείο αφηγείται τη ζωή μιας κοινωνίας μέσα από τη θέση, τα υλικά και τη μορφή του.
Η ανάδειξη των πύργων προϋποθέτει σταθερή φροντίδα και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Η παρακολούθηση της κατάστασής τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες, η συντήρηση με σεβασμό στον χαρακτήρα τους και η οργάνωση ασφαλούς προσέγγισης αποτελούν ουσιαστικούς στόχους. Εξίσου χρήσιμη θα ήταν μια σαφής παρουσίαση της ιστορίας τους, με διάκριση ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε και σε όσα παραμένουν υπό διερεύνηση.
Στον χώρο των πύργων, μια τέτοια ενημέρωση θα έδινε στον επισκέπτη λόγους να σταθεί περισσότερο: να παρατηρήσει τα ανοίγματα, να κατανοήσει τη σχέση με τον Λήλαντα και να αναζητήσει τη σύνδεση με τα γύρω οχυρά. Έτσι, η επίσκεψη θα μπορούσε να γίνει μια ουσιαστική επαφή με την ιστορία του τόπου, με ερωτήματα που συνεχίζονται και μετά την αποχώρηση από το μνημείο.

