Η δημόσια αντιπαράθεση για τα επεισόδια στην Αλβανία έδειξε ότι το νέο κόμμα Τσίπρα μπήκε από την πρώτη εβδομάδα σε πεδίο εξωτερικής πολιτικής, μειονοτικών δικαιωμάτων και θεσμικής αξιοπιστίας
Η αντιπαράθεση του Έντι Ράμα με τον Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν απλώς μια σύγκρουση στα social media. Ήταν το πρώτο σοβαρό πολιτικό τεστ για τη νεοσύστατη Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και ταυτόχρονα μια ένδειξη ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αρχηγός ενός νέου κόμματος, αλλά ως πολιτικός παράγοντας με διεθνές βάρος.
Αφορμή ήταν τα επεισόδια στη Ζβέρνετς, στην περιοχή της Αυλώνας, όπου τραυματίστηκε Έλληνας ομογενής κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων κατοίκων απέναντι σε μεγάλη τουριστική επένδυση που έχει συνδεθεί με επιχειρηματικά συμφέροντα γύρω από την οικογένεια Τραμπ και τον Τζάρεντ Κούσνερ.
Η υπόθεση όμως γρήγορα ξέφυγε από τα όρια ενός τοπικού επεισοδίου. Μετατράπηκε σε πολιτικό και διπλωματικό ζήτημα, γιατί άγγιξε τρία ευαίσθητα πεδία: τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, το κράτος δικαίου στην Αλβανία και την ευρωπαϊκή πορεία των Τιράνων.
Ο Ράμα έδωσε πολιτικό ύψος στον Τσίπρα
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αντιπαράθεσης δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των δηλώσεων. Είναι το ποιος επέλεξε να ανοίξει τον διάλογο.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, απευθύνθηκε δημόσια στον Αλέξη Τσίπρα. Δεν απάντησε απλώς σε ένα κόμμα της ελληνικής αντιπολίτευσης. Δεν περιορίστηκε σε μια τυπική διπλωματική διατύπωση. Προσωποποίησε την απάντηση και μίλησε απευθείας στον πρώην πρωθυπουργό.
Αυτό, πολιτικά, δεν είναι λεπτομέρεια.
Διότι ένας εν ενεργεία πρωθυπουργός κράτους, όταν επιλέγει να απαντήσει δημόσια σε έναν πρώην πρωθυπουργό και σημερινό αρχηγό νεοσύστατου κόμματος, του προσδίδει πολιτική βαρύτητα. Τον αναγνωρίζει ως συνομιλητή. Τον βάζει στο κάδρο των περιφερειακών εξελίξεων. Και άθελά του, του δίνει ακριβώς αυτό που κάθε νέο κόμμα αναζητά στις πρώτες του ημέρες: διεθνή ορατότητα.
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί εκλογικά. Δεν έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Δεν έχει ακόμη αποδείξει οργανωτική αντοχή. Κι όμως, μέσα σε λίγες ημέρες από την εμφάνισή της, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας δημόσιας αντιπαράθεσης με τον πρωθυπουργό γειτονικής χώρας.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως πολιτική επιτυχία. Σημαίνει όμως πολιτική είσοδο με θόρυβο.
Ο Τσίπρας απάντησε ως πρώην πρωθυπουργός, όχι ως απλός κομματάρχης
Η απάντηση Τσίπρα είχε δύο στόχους.
Ο πρώτος ήταν να απορρίψει την κατηγορία περί εθνικιστικής ρητορικής. Ο δεύτερος ήταν να εμφανιστεί ως πολιτικός που μπορεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας χωρίς να διολισθαίνει στον εθνικισμό.
Αυτό είναι κρίσιμο για την πολιτική φυσιογνωμία που επιχειρεί να χτίσει η ΕΛ.Α.Σ. Ο Τσίπρας δεν θέλει να εμφανιστεί ως αρχηγός μιας κλειστής κομματικής αναδίπλωσης. Θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη διακυβέρνησης, με λόγο για τα εθνικά θέματα, τα Βαλκάνια, την Ευρώπη, το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα.
Γι’ αυτό και η απάντησή του στον Ράμα δεν κινήθηκε μόνο στο επίπεδο της διαμαρτυρίας. Έβαλε στο τραπέζι το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τα δικαιώματα της μειονότητας, την ανάγκη θεσμικής διερεύνησης και τη διάκριση ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον εθνικισμό.
Με απλά λόγια, ο Τσίπρας επιχείρησε να πει: η υπεράσπιση της ελληνικής μειονότητας δεν είναι εθνικισμός. Είναι θεσμικό και δημοκρατικό καθήκον.
Το μειονοτικό δεν είναι περιθωριακό θέμα
Η υπόθεση έχει ευρύτερη σημασία, γιατί η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ενοχλητική λεπτομέρεια σε επενδυτικά σχέδια, σε τοπικές αντιπαραθέσεις ή σε πολιτικές σκοπιμότητες.
Όταν υπάρχουν καταγγελίες για βία, όταν υπάρχουν αντιδράσεις κατοίκων, όταν εμπλέκονται ζητήματα ιδιοκτησίας, περιβάλλοντος και μειονοτικών δικαιωμάτων, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποβάθμιση. Δεν αρκεί να χαρακτηρίζεται ένα περιστατικό «μεμονωμένο» και να κλείνει η συζήτηση.
Η Αλβανία επιδιώκει ευρωπαϊκή πορεία. Αυτό σημαίνει ότι οφείλει να αποδεικνύει στην πράξη πως σέβεται το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τη διαφάνεια στις επενδύσεις και την προστασία των πολιτών από αυθαιρεσίες.
Και η Ελλάδα, ανεξαρτήτως κυβέρνησης ή αντιπολίτευσης, έχει δικαίωμα και υποχρέωση να παρακολουθεί στενά τέτοιες υποθέσεις. Όχι με κραυγές. Όχι με εθνικιστική εκμετάλλευση. Αλλά με καθαρή θεσμική στάση.
Το μήνυμα προς το Μαξίμου
Η αντιπαράθεση αυτή είχε και εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να θέσει το ερώτημα της κυβερνησιμότητας απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους. Το γνωστό σχήμα «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα» χρησιμοποιείται ως κριτήριο εμπειρίας, διεθνούς αξιοπιστίας και ευθύνης.
Η απάντηση Τσίπρα στον Ράμα λειτουργεί, εμμέσως, ως απάντηση σε αυτό το αφήγημα. Ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να δείξει ότι έχει ακόμη διεθνή αναγνωρισιμότητα, ότι γνωρίζει τα βαλκανικά πεδία, ότι μπορεί να συνομιλεί με ηγέτες και ότι δεν είναι ένας απλός αρχηγός διαμαρτυρίας.
Αυτό είναι το πολιτικό κέρδος για την ΕΛ.Α.Σ.
Το ρίσκο, όμως, είναι εξίσου υπαρκτό. Διότι τα εθνικά θέματα δεν συγχωρούν επιπολαιότητες. Κάθε λέξη μετράει. Κάθε υπερβολή μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Και κάθε προσπάθεια κομματικής αξιοποίησης μειονοτικών ζητημάτων μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις.
Η νέα ΕΛ.Α.Σ. μπαίνει στα δύσκολα
Το νέο κόμμα Τσίπρα δεν θα κριθεί μόνο από τα συνθήματα, τις συγκεντρώσεις και τις δημοσκοπήσεις. Θα κριθεί από το αν μπορεί να σταθεί σε πραγματικές κρίσεις.
Η υπόθεση Ράμα ήταν η πρώτη τέτοια δοκιμασία.
Έδειξε ότι η ΕΛ.Α.Σ. θέλει να μιλήσει για εξωτερική πολιτική με θεσμικούς όρους. Έδειξε ότι ο Τσίπρας θέλει να αξιοποιήσει την πρωθυπουργική του εμπειρία. Έδειξε, επίσης, ότι οι αντίπαλοί του δεν θα τον αντιμετωπίζουν ως πολιτικά τελειωμένο.
Όμως από εδώ και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα.
Άλλο πράγμα είναι να απαντάς σε μια ανάρτηση. Άλλο να χτίζεις πειστική πολιτική πρόταση. Άλλο να εμφανίζεσαι ως διεθνής συνομιλητής. Άλλο να πείθεις την ελληνική κοινωνία ότι μπορείς να κυβερνήσεις ξανά με σοβαρότητα, σχέδιο και καθαρότητα.
Η αντιπαράθεση Ράμα – Τσίπρα δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο επικοινωνίας. Ήταν ένα πολιτικό στιγμιότυπο με μεγαλύτερη σημασία.
Ο Ράμα, θέλοντας να αποκρούσει την κριτική, ανέβασε τον Τσίπρα στο επίπεδο του απευθείας συνομιλητή. Ο Τσίπρας, απαντώντας θεσμικά και σκληρά, επιχείρησε να εμφανιστεί ως δύναμη ευθύνης και όχι ως δύναμη συνθηματολογίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. κατάφερε να προκαλέσει θόρυβο. Αυτό το κατάφερε.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει τον θόρυβο σε πολιτική αξιοπιστία.
Γιατί στην πολιτική, η πρώτη εντύπωση ανοίγει την πόρτα.
Αλλά μόνο η σοβαρότητα σε κρατά μέσα στο δωμάτιο.

