Η σημερινή σύγκρουση για κράτος δικαίου, ΟΠΕΚΕΠΕ και υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο κοινοβουλευτικής έντασης. Είναι η συμπύκνωση μιας πνιγηρής πραγματικότητας, όπου η ατιμία, η αναξιοκρατία και το ρουσφέτι έχουν πάψει να είναι παρεκκλίσεις και τείνουν να γίνουν καθεστώς.
Η Βουλή ως καθρέφτης μιας βαθύτερης σήψης
Η αντιπαράθεση που ξεσπά σήμερα στην Ολομέλεια δεν αφορά μόνο τρεις επίκαιρες υποθέσεις. Αφορά κάτι πολύ βαρύτερο: την αίσθηση ότι το κράτος δεν λειτουργεί πια ως εγγυητής δικαιοσύνης, αλλά ως μηχανισμός διαχείρισης ισχύος, κάλυψης ημετέρων και αναπαραγωγής πολιτικής αλαζονείας. Οι υποκλοπές βαραίνουν το θεσμικό υπόστρωμα της χώρας. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ φέρνει στην επιφάνεια τη δυσωδία της διαχείρισης δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Και η υπόθεση Λαζαρίδη έρχεται να δώσει σάρκα και οστά σε αυτό που εξοργίζει την κοινωνία: την εικόνα ενός συστήματος που ζητά θυσίες από τους πολλούς, αλλά κρατά προνόμια για τους λίγους.
Η κυβέρνηση δεν μπαίνει σήμερα στη Βουλή με αυτοπεποίθηση. Μπαίνει με τη μέριμνα να περιορίσει το κόστος. Και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο: όταν η εξουσία δεν παλεύει πια να πείσει ότι έχει δίκιο, αλλά να μειώσει τη φθορά, τότε η πολιτική ήττα έχει ήδη αρχίσει. Διότι η μεγάλη κρίση δεν είναι μόνο επικοινωνιακή. Είναι κρίση νομιμοποίησης.
Από το ρουσφέτι στην αναξιοκρατία: η ατιμία ως διοικητική μέθοδος
Το πρόβλημα δεν εξαντλείται σε ένα πρόσωπο, σε έναν διορισμό ή σε μία υπόθεση. Το πρόβλημα είναι η λογική που κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Ρουσφέτι δεν είναι μια απλή «εξυπηρέτηση». Είναι η αφαίρεση δικαιώματος από αυτόν που το αξίζει, ώστε να ωφεληθεί αυτός που διαθέτει πρόσβαση. Αναξιοκρατία δεν είναι μια άτυχη εξαίρεση. Είναι η οργανωμένη υποβάθμιση της αξίας και η επιβράβευση της διασύνδεσης. Και ατιμία δεν είναι μια ηθική υπερβολή. Είναι η ίδια η λειτουργία ενός συστήματος που επιτρέπει σε ακατάλληλους να κρίνουν ικανότερους, σε ευνοημένους να καταλαμβάνουν θέσεις και σε πρόθυμους μηχανισμούς να βαφτίζουν το σκάνδαλο «τυπική διαδικασία».
Η υπερασπιστική γραμμή ότι «δεν χρειάζεται πτυχίο για να είναι κάποιος βουλευτής ή υφυπουργός» αποφεύγει το βασικό ερώτημα: πώς διορίστηκε κάποιος σε θέση που απαιτούσε συγκεκριμένα προσόντα; Και όταν η ευθύνη μετατίθεται αόριστα στις «υπηρεσίες», η εξουσία δεν απολογείται — κρύβεται. Το δε επιχείρημα της «εικοσαετίας» δεν αθωώνει τίποτα. Αντιθέτως, φανερώνει την παλιά, βρώμικη βεβαιότητα ότι σε αυτή τη χώρα όλα ξεχνιούνται, αρκεί να περάσει ο χρόνος και να παραμείνει άθικτος ο μηχανισμός.
Η κοινωνία και η οικονομία ασφυκτιούν από το ίδιο δηλητήριο
Αυτός ο ζόφος δεν μένει στην πολιτική. Διαχέεται σε όλη τη χώρα. Στην κοινωνία, όπου οι ικανοί νιώθουν ότι δεν έχουν θέση αν δεν βρουν προστάτη. Στην εργασία, όπου η αξία συχνά συνθλίβεται κάτω από την εύνοια. Στην οικονομία, όπου όλο και περισσότερο παγιώνεται η πικρή αλήθεια ότι χωρίς σχέσεις με το κράτος, χωρίς δουλειές μέσω του μηχανισμού, δύσκολα προκόβεις. Εκεί όπου θα έπρεπε να επιβραβεύονται η καινοτομία, η επιμονή και ο μόχθος, επιβραβεύεται η διασύνδεση. Εκεί όπου θα έπρεπε να επικρατεί ο κανόνας, κυριαρχεί η εξαίρεση υπέρ των ημετέρων.
Και έπειτα όλοι απορούν γιατί οι νέοι φεύγουν. Μα οι νέοι δεν φεύγουν μόνο για καλύτερους μισθούς. Φεύγουν γιατί αναζητούν έναν κόσμο όπου η εργασία αμείβεται, η φορολογία έχει δικαιοσύνη, ο κόπος αναγνωρίζεται και η πρόοδος δεν εξαρτάται από το ποιον ξέρεις. Φεύγουν γιατί δεν αντέχουν να ζουν σε μια χώρα όπου το κράτος καλύπτει τις οπές του λεηλατώντας την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και επιβραβεύοντας εκείνους που έμαθαν να επιβιώνουν μέσα από τις διαρροές του συστήματος.
Η σημερινή μάχη στη Βουλή δεν είναι απλώς μια σύγκρουση κομμάτων. Είναι η στιγμή που αποκαλύπτεται, σε κοινή θέα, το πραγματικό πρόσωπο ενός μοντέλου εξουσίας που έμαθε να διοικεί χωρίς να ηγείται, να καλύπτει χωρίς να λογοδοτεί και να μοιράζει εύνοιες ενώ μιλά για αριστεία. Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι. Και όσο η κορυφή παραμένει βουτηγμένη στην αυτάρκεια, στην ατιμία και στην υποκρισία, τόσο η χώρα θα πνίγεται. Όχι μόνο σε πολιτική ένταση, αλλά σε έναν γενικευμένο, εθνικό ζόφο.

