Δεν πρόκειται για πολιτική υπερβολή ούτε για αντιπολιτευτικό σύνθημα. Πρόκειται για αριθμούς, θεσμικά καταγεγραμμένους, που περιγράφουν ένα μοντέλο διακυβέρνησης. Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, η μεγαλύτερη «βιομηχανία» δεν είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία ή η ενέργεια. Είναι οι απευθείας αναθέσεις. Ένα σύστημα διαχείρισης δημοσίου χρήματος που, αντί να αποτελεί εξαίρεση για έκτακτες ανάγκες, έχει μετατραπεί σε κανονικότητα.
Σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται σε ετήσιες αποτιμήσεις του Ελεγκτικό Συνέδριο, περίπου 8 στις 10 δημόσιες συμβάσεις πραγματοποιούνται χωρίς ανοικτό διαγωνισμό. Σε έναν μόνο χρόνο, το ποσό που κατευθύνθηκε μέσω απευθείας αναθέσεων ανέρχεται σε 4,6 δισ. ευρώ. Όχι κατά δήλωση της αντιπολίτευσης, όχι από «εχθρικά» μέσα ενημέρωσης, αλλά από τον ανώτατο θεσμικό ελεγκτή του κράτους.
Από την εξαίρεση στον κανόνα
Οι απευθείας αναθέσεις δεν είναι εκ προοιμίου παράνομες. Προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο για συγκεκριμένες περιπτώσεις: επείγουσες ανάγκες, μικρά οικονομικά αντικείμενα, απρόβλεπτες συνθήκες. Όταν όμως παύουν να είναι το εργαλείο της ανάγκης και γίνονται ο βασικός τρόπος ανάθεσης έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, τότε δεν μιλάμε για τεχνικό ζήτημα. Μιλάμε για πολιτική επιλογή.
Η συστηματική αποφυγή ανοικτών διαγωνισμών σημαίνει λιγότερη διαφάνεια, λιγότερο ανταγωνισμό και, τελικά, μικρότερη αξία για κάθε ευρώ του φορολογούμενου. Σημαίνει ότι το κράτος δεν λειτουργεί ως ουδέτερος αγοραστής που αναζητά την καλύτερη προσφορά, αλλά ως διαχειριστής σχέσεων, προτιμήσεων και «γνωριμιών».
Το χρήμα δεν εξαφανίζεται – χάνει αξία
Το δημόσιο χρήμα σπανίως «εξαφανίζεται» με τη θεαματική έννοια του όρου. Χάνεται όμως με πιο ύπουλους τρόπους. Χάνεται όταν ένα έργο κοστίζει περισσότερο από όσο θα κόστιζε σε συνθήκες ανταγωνισμού. Χάνεται όταν παραδίδεται καθυστερημένα ή κατώτερης ποιότητας. Χάνεται όταν ανατίθεται σε φορείς που δεν θα περνούσαν ποτέ το φίλτρο ενός ανοικτού διαγωνισμού.
Αυτή η απώλεια δεν αποτυπώνεται πάντα ως σκάνδαλο. Αποτυπώνεται όμως ως συστημική σπατάλη. Και η σπατάλη αυτή πληρώνεται από όλους: με υψηλότερους φόρους, με χαμηλότερη ποιότητα δημοσίων υπηρεσιών, με την αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Η θεσμική προειδοποίηση που αγνοείται
Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν κάνει πολιτική. Καταγράφει, ελέγχει, προειδοποιεί. Όταν όμως οι ίδιες επισημάνσεις επαναλαμβάνονται και το ποσοστό των απευθείας αναθέσεων παραμένει εκρηκτικά υψηλό, τότε το πρόβλημα δεν είναι η γραφειοκρατία. Είναι η αδιαφορία της εκτελεστικής εξουσίας να αλλάξει πρακτικές που τη βολεύουν.
Υπό τη διακυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης, το επιχείρημα της «ταχύτητας» χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα για να δικαιολογήσει την παράκαμψη των διαγωνιστικών διαδικασιών. Όμως η ταχύτητα, όταν γίνεται μόνιμο άλλοθι, παύει να είναι αρετή και μετατρέπεται σε μηχανισμό αυθαιρεσίας.
Δημοκρατία χωρίς διαφάνεια δεν υπάρχει
Η διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι θεμέλιο της δημοκρατικής λογοδοσίας. Όσο λιγότερο φως πέφτει στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, τόσο περισσότερο ενισχύεται η καχυποψία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς. Και αυτή η καχυποψία δεν είναι «λαϊκισμός». Είναι αντίδραση σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα αδιαφάνειας.
Όταν το 80% των συμβάσεων γίνεται χωρίς ανταγωνισμό, τότε δεν έχουμε απλώς ένα διοικητικό πρόβλημα. Έχουμε μετατόπιση κανονικότητας: από το κράτος των κανόνων στο κράτος των εξαιρέσεων. Και ένα κράτος που λειτουργεί κατ’ εξαίρεση δεν μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη κατ’ απαίτηση.
Το ερώτημα που μένει
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι απευθείας αναθέσεις «επιτρέπονται». Επιτρέπονται. Το ερώτημα είναι γιατί επιλέγονται σε τέτοια κλίμακα και γιατί, παρά τις θεσμικές προειδοποιήσεις, δεν περιορίζονται. Η απάντηση δεν βρίσκεται σε τεχνικά εγχειρίδια. Βρίσκεται στην πολιτική βούληση.
Και όσο αυτή η βούληση απουσιάζει, τα δισεκατομμύρια δεν θα «εξαφανίζονται» θεαματικά. Θα χάνονται αθόρυβα, μέσα σε ένα σύστημα που έμαθε να λειτουργεί μακριά από τα φώτα. Με μοναδικό σταθερό αποτέλεσμα: την απαξίωση του δημοσίου συμφέροντος.

