Ο θάνατος, αυτή η ύστατη πράξη της ανθρώπινης ύπαρξης, έχει πάψει προ πολλού να είναι υπόθεση ιερής σιωπής. Έγινε τελετή δημοσίων σχέσεων, σκηνή αυτοπροβολής, και χώρος κοινωνικής καταγραφής. Όταν πεθαίνει κάποιος —ιδίως αν είναι «επώνυμος»— δεν πεθαίνει απλώς ένας άνθρωπος· ξεκινά το πανηγύρι των παρουσιών.
Παρελαύνουν όλοι: οι συγκινημένοι των δελτίων τύπου, οι «φίλοι» των αναρτήσεων, οι επαγγελματίες του συλλυπητηρίου, οι ειδικοί του θρήνου που μετρούν ποιος δάκρυσε, ποιος δεν δάκρυσε, ποιος ντύθηκε σωστά για την περίσταση. Άλλοι πηγαίνουν να «τιμήσουν», άλλοι για να φανεί ότι πήγαν, και άλλοι για να ενημερωθούν ποιος άλλος πήγε.
Στην Ελλάδα του «να δείξουμε ότι πονάμε», το πένθος έγινε performance. Δεν χρειάζεται να νιώσεις, αρκεί να ποζάρεις πειστικά. Ένα μαύρο ρούχο, μια φράση του συρμού και, φυσικά, ένα story στο Instagram — η νέα επιμνημόσυνη δέηση. Οι πιο τολμηροί κάνουν και μια ανάρτηση-ύμνο, όπου μιλούν για τη «μεγάλη απώλεια», ακόμα κι αν δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ κουβέντα με τον εκλιπόντα.
Κι όμως, η αληθινή οδύνη δεν κάνει θόρυβο. Δεν φωτογραφίζεται, δεν μεταδίδεται, δεν χρειάζεται λεζάντα. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που κάθεται σε μια γωνιά και δεν μπορεί να σηκώσει τα μάτια του. Είναι η χούφτα που τρέμει πάνω στο φέρετρο χωρίς λέξεις. Είναι το κενό στο τραπέζι το επόμενο πρωί.
Αλλά αυτά δεν «γράφουν». Δεν μαζεύουν likes, δεν ανεβαίνουν στα sites. Το μόνο πουλάει πια είναι η «συγκίνηση των άλλων». Και όσο πιο «επώνυμος» είναι ο νεκρός, τόσο πιο πολλοί σπεύδουν να νοικιάσουν λίγο από τη θλίψη του. Γιατί, βλέπεις, ο θάνατος δίνει ακόμα τηλεθέαση — κι ας μην πληρώνει δικαιώματα.
Και όταν τελειώσει το τελετουργικό, όταν φύγουν οι κάμερες και τα στεφάνια αρχίσουν να μαραίνονται, μένει μόνο ο πραγματικός πόνος. Αυτός που δεν έχει θεατές, που δεν «παίζεται». Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, αποκαλύπτεται η μόνη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος που έφυγε αξίζει περισσότερο από όλα τα λόγια που ειπώθηκαν για εκείνον.
Αλλά ποιος να την αντέξει αυτή την αλήθεια; Είναι πιο βαριά κι από το φέρετρο.

