Δεν είναι η δωρεά που προκαλεί το πολιτικό ερώτημα. Είναι η κυβερνητική σκηνοθεσία γύρω από αυτήν. Όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός εμφανίζεται για να παρουσιάσει ως σχεδόν κρατικό επίτευγμα μια ιδιωτική χρηματοδότηση, τότε δεν μιλάμε για πολιτική υγείας. Μιλάμε για επικοινωνιακή οικειοποίηση μιας λύσης που αποκαλύπτει το ίδιο το κρατικό κενό.
Η ουσία είναι σκληρή: 80 γιατροί, 47 μικρά νησιά, 1.500 ευρώ επιπλέον τον μήνα, για 7 χρόνια, με συνολικό κόστος περίπου 10,08 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, αντί το κράτος να πει πώς θα στελεχώσει μόνιμα τις άγονες και νησιωτικές δομές υγείας, χειροκροτεί επειδή βρέθηκε ένας ισχυρός ιδιώτης να καλύψει προσωρινά το πρόβλημα. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι ομολογία ανεπάρκειας.
Το πραγματικό ερώτημα προς τον πρωθυπουργό
Αυτό είναι κυβερνητική επιτυχία;
Γιατί αν είναι, τότε η κυβέρνηση ομολογεί ότι η στήριξη του ΕΣΥ στα πιο ευαίσθητα γεωγραφικά σημεία της χώρας δεν αποτελεί προϊόν δημόσιας πολιτικής, αλλά αποτέλεσμα ιδιωτικής παρέμβασης.
Και αν δεν είναι, τότε γιατί χρειάστηκε να το ανακοινώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός;
Ένα τέτοιο θέμα, υπό κανονικές συνθήκες, θα το παρουσίαζε το Υπουργείο Υγείας ως συμπληρωματική ενίσχυση ενός ευρύτερου σχεδίου. Όχι ο πρωθυπουργός μέσα από μια εκδήλωση με εμφανές πολιτικό και συμβολικό φορτίο.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η δωρεά καθαυτή.
Το πρόβλημα είναι η προσπάθεια να βαφτιστεί η δωρεά “απόδειξη επιτελικού κράτους”.
Οι αριθμοί που ξεγυμνώνουν την αλήθεια
Τα στοιχεία είναι συγκεκριμένα:
- 80 γιατροί συνολικά
- 47 μικρά νησιά
- 1.500 ευρώ καθαρά επιπλέον τον μήνα
- διάρκεια προγράμματος: 7 χρόνια
Ο υπολογισμός είναι απλός:
- 1.500 € x 80 = 120.000 € τον μήνα
- 120.000 € x 12 = 1.440.000 € τον χρόνο
- 1.440.000 € x 7 = 10.080.000 € συνολικά
Κάθε γιατρός θα λάβει επιπλέον:
- 1.500 € x 12 x 7 = 126.000 € σε βάθος επταετίας
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν τα χρήματα βοηθούν. Προφανώς βοηθούν.
Το ερώτημα είναι άλλο: γιατί το ελληνικό κράτος δεν έχει δικό του μόνιμο μηχανισμό για να καλύπτει αυτό το κόστος;
Αν για 80 γιατρούς σε 47 νησιά απαιτείται η παρέμβαση εφοπλιστή, τότε το αφήγημα περί “ισχυρού ΕΣΥ” και “κρατικής μέριμνας” καταρρέει μόνο του.
Ο δωρητής δεν ζημιώνεται πολιτικά — η κυβέρνηση κερδίζει αφήγημα
Κανείς δεν λέει ότι ο δωρητής “κερδίζει” άμεσα λεφτά από τη δωρεά.
Κερδίζει όμως κάτι εξαιρετικά χρήσιμο για κάθε ισχυρό οικονομικό παράγοντα:
- φορολογική ελάφρυνση, στο μέτρο που προβλέπει ο νόμος,
- ισχυρή θετική δημοσιότητα,
- κοινωνικό κύρος,
- πολιτικό κεφάλαιο,
- και φυσικά τη δημόσια εικόνα του “ευεργέτη” εκεί όπου το κράτος απουσιάζει.
Και η κυβέρνηση τι κερδίζει;
Κερδίζει το πιο βολικό άλλοθι: να εμφανίζει ως “λύση” αυτό που στην πραγματικότητα είναι κάλυψη της δικής της αποτυχίας.
Με απλά λόγια, το κράτος δεν εξασφαλίζει θεσμικά την υγειονομική επάρκεια.
Τη μεταθέτει στη διακριτική ευχέρεια του οικονομικά ισχυρού.
Και στη συνέχεια ζητά από την κοινωνία να χειροκροτήσει.
Αυτό όμως δεν είναι σύγχρονη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Είναι μοντέλο εξάρτησης του δημοσίου από τον ιδιωτικό παράγοντα, με αντάλλαγμα επικοινωνιακή λάμψη και πολιτική αποφόρτιση.
Διαβάζοντας τα σχόλια κάτω από την ανάρτηση του πρωθυπουργού, γεννιέται μια εύλογη απορία: υπάρχουν ακόμη πολίτες που καταπίνουν αμάσητη κάθε σκηνοθετημένη κυβερνητική εικόνα; Που βλέπουν μια ιδιωτική δωρεά και πείθονται ότι πρόκειται για θρίαμβο του κράτους;
Διότι αυτό ακριβώς επιχειρήθηκε.
Να παρουσιαστεί μια χορηγούμενη ενίσχυση γιατρών στα μικρά νησιά ως περίπου επιτυχία της κυβέρνησης. Να χτιστεί μια εικόνα κρατικής επάρκειας εκεί όπου στην πραγματικότητα υπάρχει κρατική υστέρηση. Να μετατραπεί η ανάγκη σε φιέστα και το κενό πολιτικής σε αφήγημα αριστείας.
Δεν θα κριθεί εδώ ο ιδιώτης για το αν θέλει να διαθέσει τα χρήματά του όπως νομίζει. Αυτό είναι δικό του θέμα.
Θα κριθεί όμως η κυβέρνηση για το ότι αντιμετωπίζει τη δημόσια υγεία ως πεδίο πολιτικού μάρκετινγκ. Για το ότι εμφανίζεται σχεδόν υπερήφανη επειδή ένας ολιγάρχης αναλαμβάνει να καλύψει για επτά χρόνια ένα τμήμα εκείνου που όφειλε να έχει εξασφαλίσει η ίδια.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη θεσμική στρέβλωση:
η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται στις δωρεές των ισχυρών ούτε να εξαρτάται από την καλή τους διάθεση. Δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική “ευτυχώς βρέθηκε χορηγός”. Δεν μπορεί ο πολίτης να ακούει για νησιωτική κάλυψη και να αντιλαμβάνεται ότι πίσω από αυτήν δεν υπάρχει εθνικός σχεδιασμός, αλλά ιδιωτική αναπλήρωση του κρατικού ελλείμματος.
Και το πιο σοβαρό απ’ όλα είναι το μετά.
Μετά τα 7 χρόνια τι;
Θα αναλάβει το κράτος τη συνέχεια;
Θα μονιμοποιήσει το κίνητρο;
Θα εντάξει τη δαπάνη στον προϋπολογισμό;
Ή θα ξαναβρεθούν τα νησιά μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο, μόλις τελειώσει η δωρεά και σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας;
Αυτό όφειλε να απαντήσει ο πρωθυπουργός.
Όχι να χειροκροτεί μια προσωρινή διευθέτηση σαν να ανακάλυψε νέο μοντέλο κοινωνικού κράτους.
Γιατί κοινωνικό κράτος δεν είναι να στέκεσαι δίπλα στον ευεργέτη για τη φωτογραφία.
Κοινωνικό κράτος είναι να μην τον χρειάζεσαι για τα αυτονόητα.
Όταν το κράτος πανηγυρίζει επειδή ένας ολιγάρχης πληρώνει εκεί που το ίδιο δεν μπορεί, δεν αποδεικνύει ισχύ — αποδεικνύει εξάρτηση.

