Η αμηχανία του Γιώργου Γεραπετρίτη μπροστά στην ευθεία ερώτηση της Ράνιας Τζίμα δεν ήταν ένα απλό τηλεοπτικό στιγμιότυπο. Ήταν η γυμνή εικόνα ενός πολιτικού συστήματος που έχει μάθει να ζει μέσα στην ασυλία, στην προστατευμένη δημόσια εικόνα και στις ερωτήσεις χαμηλής επικινδυνότητας.
Όταν ένας υπουργός παραδέχεται εμμέσως ότι παρακολουθούνταν, αλλά δεν προσφεύγει ποτέ στη Δικαιοσύνη, τότε δεν έχουμε απλώς μια προσωπική αντίφαση. Έχουμε θεσμική παρακμή. Και όταν ούτε εκείνος ούτε τα υπόλοιπα κρατικά στελέχη που φέρονται να υπήρξαν στόχοι υποκλοπών τόλμησαν να κινηθούν νομικά, η σιωπή παύει να είναι αμηχανία και γίνεται πολιτική στάση.
Η ερώτηση που τους χάλασε το σκηνικό
Η ερώτηση της Ράνιας Τζίμα έκανε αυτό που σπανίως συμβαίνει πια στον δημόσιο διάλογο: χτύπησε την εξουσία στο κέντρο της.
Γιατί δεν κινήθηκε δικαστικά ο υπουργός όταν αποκαλύφθηκε ότι παρακολουθούνταν;
Και πώς ακριβώς μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια στους πολίτες, όταν ο ίδιος δεν μπορεί — ή δεν θέλει — να προστατεύσει ούτε το δικό του απόρρητο;
Εκεί ακριβώς φάνηκε το πραγματικό πρόβλημα. Όχι μόνο η αμηχανία του υπουργού, αλλά η αδυναμία του να αρθρώσει έναν λόγο που να στέκεται πολιτικά, θεσμικά και ηθικά. Αντί για καθαρή απάντηση, επέλεξε το βολικό ψέλλισμα: ότι ως δημόσιο πρόσωπο δεν έχει τίποτα να κρύψει.
Λες και οι υποκλοπές είναι μια φυσιολογική παρενέργεια της εξουσίας.
Λες και το απόρρητο των επικοινωνιών είναι πολυτέλεια.
Λες και η παρακολούθηση υπουργών είναι κάτι που απλώς… συμβαίνει.
Κανείς δεν πήγε στη Δικαιοσύνη — και αυτό λέει τα πάντα
Το πιο σκοτεινό σημείο της υπόθεσης δεν είναι μόνο ότι υπήρξαν παρακολουθήσεις.
Είναι ότι σχεδόν κανείς από όσους φέρονται να βρέθηκαν στο στόχαστρο δεν διεκδίκησε ποτέ πραγματική δικαστική διερεύνηση.
Ούτε ο υπουργός.
Ούτε τα κυβερνητικά στελέχη.
Ούτε οι κρατικοί παράγοντες που παρουσιάστηκαν ως θύματα.
Γιατί;
Επειδή δεν τους ενδιέφερε;
Επειδή φοβήθηκαν;
Ή επειδή ήξεραν πολύ καλά ποιος κρατούσε το μαχαίρι και ποιος το σύστημα;
Όποια απάντηση κι αν ισχύει, είναι εξίσου ανατριχιαστική.
Διότι όταν μέλη της ίδιας της κρατικής πυραμίδας αποδέχονται αδιαμαρτύρητα ότι παρακολουθούνται και δεν τολμούν να απαιτήσουν λογοδοσία, τότε η Δημοκρατία δεν λειτουργεί ως πολίτευμα δικαιωμάτων, αλλά ως μηχανισμός πειθαρχημένης σιωπής.
Η δημοσιογραφία των δεκανικιών και η εξαίρεση που εξέθεσε όλους
Το ακόμα πιο ενοχλητικό για το σύστημα δεν ήταν μόνο η ερώτηση.
Ήταν το γεγονός ότι θύμισε στον κόσμο ποιος είναι — υποτίθεται — ο ρόλος της δημοσιογραφίας.
Γιατί στην Ελλάδα της κανονικοποιημένης θεσμικής εκτροπής, η πλειονότητα των δημοσιογράφων δεν ελέγχει την εξουσία. Τη συνοδεύει. Την ξεπλένει. Τη ντύνει με φιλικές ερωτήσεις, ασφαλή περάσματα και τηλεοπτικά μαξιλάρια προστασίας.
Δεν λειτουργεί ως αντίβαρο. Λειτουργεί ως δεκανίκι.
Γι’ αυτό και μια αυτονόητη ερώτηση έμοιασε σχεδόν σοκαριστική.
Επειδή σε ένα τοπίο δημοσιογραφικής υποτέλειας, η στοιχειώδης επιμονή ακούγεται σαν πράξη εξέγερσης.
Η συγκεκριμένη στιγμή ήταν φωτεινή εξαίρεση όχι επειδή ειπώθηκε κάτι ακραίο, αλλά επειδή ειπώθηκε το αυτονόητο μπροστά σε ανθρώπους που έχουν μάθει να μην απολογούνται ποτέ.
Όταν υπουργοί παρακολουθούνται και δεν αντιδρούν, όταν κρατικά στελέχη σωπαίνουν, όταν η εξουσία αντιμετωπίζει τις υποκλοπές σαν λεπτομέρεια και όταν η δημοσιογραφία, στη μεγάλη της πλειοψηφία, επιλέγει να υπηρετεί αντί να ελέγχει, τότε δεν μιλάμε απλώς για πολιτική παρακμή.
Μιλάμε για καθεστώς φόβου, σιωπής και συνενοχής.
Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι τους παρακολουθούσαν.
Το πιο επικίνδυνο είναι ότι έμαθαν να ζουν με αυτό.

