Στην υπόθεση Βορίδη – ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση δεν προσπαθεί πια να αποδείξει ότι δεν υπήρχε ενημέρωση. Προσπαθεί να μας πείσει ότι μπορεί να υπάρχει έγγραφο, να έχει σταλεί, να έχει πρωτοκολληθεί, να αφορά τον ίδιο τον υπουργό και παρ’ όλα αυτά να μη σημαίνει τίποτα.
Αυτό δεν είναι υπεράσπιση. Είναι κρατική γελοιοποίηση της λογικής. Γιατί όταν ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται ότι «το σωστό και ο κανόνας» είναι να ενημερώνεται ο υπουργός για έγγραφο που απευθύνεται σε εκείνον, αλλά στο τέλος μας λέει ουσιαστικά «αν λέει ότι δεν το είδε, δεν το είδε», τότε δεν έχουμε απάντηση. Έχουμε κουκούλωμα με θεσμικό περιτύλιγμα.
Το ντοκουμέντο που τους χαλάει τη σούπα
Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι η αντιπολίτευση.
Το πρόβλημα είναι το ίδιο το έγγραφο.
Γιατί το έγγραφο Βάρρα δεν είναι φήμη, δεν είναι υπόνοια, δεν είναι πολιτική ερμηνεία. Είναι ένα υπηρεσιακό ίχνος που ήρθε να τινάξει στον αέρα τον ισχυρισμό ότι ο τότε υπουργός «δεν γνώριζε». Και από τη στιγμή που επιβεβαιώνεται πως εστάλη και πρωτοκολλήθηκε, η κυβερνητική γραμμή δεν μπορεί πια να πατάει στο «δεν υπήρχε». Αναγκαστικά μετακινήθηκε στο πιο βολικό: «υπήρχε, αλλά μπορεί και να μην το είδε».
Μόνο που αυτό δεν είναι άμυνα. Είναι ομολογία διοικητικής και πολιτικής παρακμής.
Διότι αν ένα τέτοιο έγγραφο μπορεί να φτάνει στο υπουργείο και να “εξαφανίζεται” πριν φτάσει στον υπουργό, τότε είτε κάποιος δεν έκανε τη δουλειά του είτε κάποιος σήμερα λέει ψέματα για το τι έγινε.
Η κυβερνητική γραμμή: “το σωστό είναι να ενημερώνεται, αλλά δεν πειράζει κι αν δεν ενημερώθηκε”
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής απάτης.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε το αυτονόητο:
όταν ένα έγγραφο απευθύνεται προσωπικά σε έναν υπουργό, ο κανόνας είναι να ενημερώνεται ο ίδιος.
Και αμέσως μετά επιχείρησε να αδειάσει το ίδιο του το επιχείρημα, καλύπτοντας τον ισχυρισμό ότι ο υπουργός μπορεί να μην το έλαβε ποτέ γνώσει.
Με απλά λόγια, η κυβέρνηση λέει ταυτόχρονα δύο πράγματα:
ότι έτσι πρέπει να λειτουργεί το κράτος
και ότι δεν πειράζει αν δεν λειτούργησε έτσι στην κρίσιμη περίπτωση.
Αυτό λέγεται πολιτική συγκάλυψη.
Όχι επειδή υπάρχει απλώς ένα έγγραφο.
Αλλά επειδή μπροστά στο έγγραφο, το σύστημα εξουσίας επιλέγει να προστατεύσει το πρόσωπο και να θυσιάσει τη λογική.
Αν αυτό περάσει, τελείωσε η λογοδοσία
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τον Μάκη Βορίδη.
Αφορά το μοντέλο διακυβέρνησης που έχει χτίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Γιατί αν γίνει αποδεκτό ότι υπουργός μπορεί να επικαλείται άγνοια για έγγραφο που:
- απευθύνεται στον ίδιο,
- έχει διαβιβαστεί στο υπουργείο του,
- έχει πάρει πρωτόκολλο,
- αφορά σοβαρό ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος,
τότε αύριο κάθε υπουργός θα μπορεί να λέει ακριβώς το ίδιο για τα πάντα.
Δεν ήξερα.
Δεν το είδα.
Δεν μου το έδειξαν.
Δεν έφτασε ποτέ σε μένα.
Το είχε το υπουργείο, αλλά όχι εγώ.
Αυτό δεν είναι κράτος ευθύνης. Είναι πλυντήριο ευθυνών.
Και είναι επικίνδυνο, γιατί αν νομιμοποιηθεί αυτή η φόρμουλα, τότε η διοικητική διαδικασία θα ισχύει μόνο για τους πολίτες, όχι για την εξουσία.
Όταν το έγγραφο υπάρχει, το πρωτόκολλο υπάρχει, η ενημέρωση έπρεπε να υπάρχει, αλλά τελικά “κανείς δεν ξέρει τίποτα”, τότε δεν έχουμε απλώς μια κυβερνητική υπεκφυγή. Έχουμε οργανωμένη κοροϊδία. Και μια εξουσία που δεν ζητά να την πιστέψεις — ζητά να καταπιείς ότι το μαύρο είναι άσπρο, αρκεί να σωθεί ο δικός της άνθρωπος.

