Η Ελλάδα δεν κατρακυλά μόνο σε έναν διεθνή δείκτη. Κατρακυλά στην ίδια τη θεσμική της αξιοπιστία. Η φετινή αποτύπωση της δημοκρατίας δείχνει μια χώρα όπου οι εκλογές γίνονται, αλλά ο έλεγχος της εξουσίας ασθενεί επικίνδυνα.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η κάλπη. Είναι ό,τι ακολουθεί μετά από αυτήν: μια Βουλή που σπανίως ελέγχει, ανεξάρτητες αρχές που υπονομεύονται, δικαιοσύνη που εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα και ένα πρωθυπουργοκεντρικό κράτος που συγκεντρώνει ισχύ χωρίς αντίστοιχη λογοδοσία.
Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΞΕΓΥΜΝΩΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ποιότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο:
δεν αμφισβητείται μόνο η ποιότητα της διακυβέρνησης, αλλά η ίδια η αντοχή των θεσμικών αντιβάρων.
Η χώρα εμφανίζει καλύτερη επίδοση στο εκλογικό σκέλος και πολύ χειρότερη στο φιλελεύθερο, δηλαδή εκεί όπου κρίνονται:
— η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης
— η προστασία των δικαιωμάτων
— οι μηχανισμοί ελέγχου της εξουσίας
Με απλά λόγια:
η δημοκρατία στην Ελλάδα λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως διαδικασία νομιμοποίησης της εξουσίας και ολοένα λιγότερο ως σύστημα περιορισμού της.
ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΩΣ ΜΗΧΑΝΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
Η μεγάλη θεσμική στροφή μετά το 2019 δεν ήταν ουδέτερη.
Το λεγόμενο επιτελικό κράτος δεν αποδείχθηκε εργαλείο καλύτερης διακυβέρνησης, αλλά μηχανισμός υπερσυγκέντρωσης πολιτικής ισχύος στο πρωθυπουργικό κέντρο.
Και εδώ γεννάται το μείζον ερώτημα:
αν όλα περνούν από το κέντρο, τότε πώς γίνεται το ίδιο κέντρο να δηλώνει άγνοια για υποκλοπές, θεσμικά σκάνδαλα, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και μια αλυσίδα διοικητικών και πολιτικών αποτυχιών;
Δεν γίνεται.
Ή το μοντέλο λειτουργεί και τότε η ευθύνη είναι στην κορυφή.
Ή δεν λειτουργεί και τότε πρόκειται για αποτυχημένο μοντέλο που πρέπει να ανατραπεί.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο ένα κράτος που τα ελέγχει όλα όταν μοιράζει εξουσία, αλλά δεν ξέρει τίποτα όταν ξεσπά η κρίση.
ΒΟΥΛΗ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ: ΟΙ ΡΩΓΜΕΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η Βουλή νομοθετεί, αλλά σπάνια ελέγχει.
Οι εξεταστικές επιτροπές καταλήγουν συχνά σε κομματικά πλυντήρια.
Οι ανεξάρτητες αρχές αντιμετωπίζονται όχι ως θεσμικές εγγυήσεις, αλλά ως ενοχλητικά εμπόδια.
Και η Δικαιοσύνη, σε κρίσιμες υποθέσεις, δίνει την εικόνα ασυνέχειας, καθυστέρησης ή θεσμικής αμηχανίας.
Η υπόθεση των υποκλοπών υπήρξε το πιο καθαρό σύμπτωμα.
Η σύγκρουση ανάμεσα σε δικαστικές κρίσεις, ελεγκτικούς μηχανισμούς και κυβερνητικές επιλογές δεν άφησε πίσω της μόνο πολιτικό θόρυβο.
Άφησε μια βαριά σκιά πάνω στην ίδια τη συνοχή του κράτους δικαίου.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο:
όταν οι θεσμοί δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, η δημοκρατία δεν αδειάζει μόνο από κύρος.
Αδειάζει από ουσία.
Η Ελλάδα δεν πάσχει πια από απλές θεσμικές δυσλειτουργίες.
Πάσχει από οργανωμένη αποδυνάμωση του κράτους δικαίου.
Μια κυβέρνηση που συσσωρεύει ισχύ χωρίς έλεγχο, μια Βουλή που δεν δαγκώνει, μια Δικαιοσύνη που δεν πείθει και ανεξάρτητες αρχές που παρεμποδίζονται, δεν συνθέτουν μια ώριμη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Συνθέτουν ένα καθεστώς δημοκρατικής φθοράς με κοινοβουλευτικό περίβλημα.
Αν δεν στηθεί τώρα θεσμικό και πολιτικό μέτωπο ανατροπής αυτής της κατηφόρας, η Ελλάδα δεν θα πέφτει απλώς σε δείκτες.
Θα βυθίζεται σε μια νέα κανονικότητα, όπου η δημοκρατία θα υπάρχει μόνο ως λέξη και όχι ως δύναμη ελέγχου της εξουσίας.

