Πίσω από τα μεγάλα λόγια για ενεργειακή μετάβαση και κοινωνικό όφελος, το ίδιο το κείμενο ανοίγει παράθυρο για σύμπραξη με ιδιώτες και εκμετάλλευση δημοτικής περιουσίας. Και εκεί τελειώνει το παραμύθι της “αθώας” ενεργειακής κοινότητας.
Η αλήθεια δεν κρύβεται ούτε στα δελτία Τύπου, ούτε στις ωραίες λέξεις, ούτε στις οικολογικές κορδέλες με τις οποίες κάποιοι επιχειρούν να τυλίξουν πολιτικές αποφάσεις βαριάς σημασίας. Κρύβεται στο κείμενο. Και στο κείμενο της συγκεκριμένης απόφασης υπάρχει μία φράση που τα λέει όλα: η ενεργειακή κοινότητα «θα μπορεί να συμπράττει με άλλους φορείς, ακόμη και του ιδιωτικού τομέα για την παραγωγή ενέργειας, διαθέτοντας προς εκμετάλλευση και Δημοτική Περιουσία».
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της υπόθεσης. Όλα τα υπόλοιπα είναι πολιτικό μακιγιάζ.
Δεν είναι “κοινωνική ευαισθησία” όταν ετοιμάζεις πεδίο εκμετάλλευσης
Μας λένε για ενεργειακή φτώχεια. Μας λένε για υποστήριξη των ευάλωτων. Μας λένε για πράσινη ανάπτυξη. Όμως όταν σε ένα τέτοιο σχήμα προβλέπεται ρητά δυνατότητα σύμπραξης με ιδιώτες και παραχώρησης δημοτικής περιουσίας προς εκμετάλλευση, τότε δεν μιλάμε για κοινωνική πολιτική. Μιλάμε για τον γνωστό μηχανισμό με τον οποίο το δημόσιο και δημοτικό αποθεματικό μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για business.
Και αυτή είναι η πολιτική απάτη της εποχής: βαφτίζουν την εμπορευματοποίηση “βιωσιμότητα”, τη μεταβίβαση ελέγχου “συνεργασία”, και την εκχώρηση περιουσίας “αναπτυξιακό εργαλείο”.
Όταν μπαίνει στη μέση ο ιδιωτικός τομέας, δεν μπαίνει από φιλανθρωπία. Μπαίνει για απόδοση, για έλεγχο, για κέρδος. Και όταν μπαίνει με όχημα μια δομή που πατά πάνω στη δημοτική περιουσία, ο λογαριασμός δεν θα έρθει στους “επενδυτές”. Θα έρθει στην τοπική κοινωνία.
Η δημοτική περιουσία δεν είναι προίκα κανενός
Το βαρύτερο σημείο δεν είναι απλώς η ίδρυση μιας ενεργειακής κοινότητας. Είναι ότι ανοίγει δρόμος ώστε δημοτική περιουσία να διατεθεί προς εκμετάλλευση μέσα σε ένα σχήμα που δύναται να συνεργάζεται με ιδιωτικά συμφέροντα.
Εδώ ακριβώς γεννιέται το μείζον πολιτικό ερώτημα: ποιος έδωσε το δικαίωμα σε οποιαδήποτε δημοτική αρχή να αντιμετωπίζει τη δημοτική περιουσία ως αναπτυξιακή προίκα για μελλοντικές συμπράξεις; Ποιος νομιμοποιείται να βάζει σε αυτή τη ζυγαριά γη, υποδομές και συλλογικά περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους δημότες;
Η δημοτική περιουσία δεν είναι λάφυρο διοίκησης. Δεν είναι εργαλείο τακτικής. Δεν είναι αντικείμενο “ευέλικτης αξιοποίησης” για να χωρέσουν αύριο επιχειρηματικά σχήματα πίσω από πράσινες ταμπέλες.
Ανήκει στην κοινωνία και οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία. Όχι να παραδίδεται σε κατασκευές που σήμερα βαφτίζονται κοινωνικές και αύριο θα παρουσιάζονται ως αναγκαίες συνεργασίες με την αγορά.
Το “πράσινο” άλλοθι δεν αθωώνει την πολιτική επιλογή
Η επίκληση της πράσινης μετάβασης έχει εξελιχθεί στον πιο βολικό φερετζέ της εξουσίας. Με αυτή τη λέξη κουκουλώνονται παραχωρήσεις, αδιαφανείς επιλογές, μεταφορές βάρους στις τοπικές κοινωνίες και νέα πεδία κερδοφορίας για τους λίγους.
Δεν αρκεί να λες “ΑΠΕ” για να είσαι αυτομάτως με το δημόσιο συμφέρον. Δεν αρκεί να λες “ενεργειακή κοινότητα” για να πείθεις ότι υπηρετείς τους πολίτες. Το κρίσιμο είναι ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει, ποιος κερδίζει, ποιος εκτίθεται και ποιος χάνει τον έλεγχο του κοινού πλούτου.
Και εδώ το κείμενο είναι αποκαλυπτικό: η πόρτα στους ιδιώτες δεν είναι υποψία. Είναι ανοιχτή πρόβλεψη. Η πιθανότητα εκμετάλλευσης δημοτικής περιουσίας δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι καταγεγραμμένη δυνατότητα.
Άρα το πολιτικό δίλημμα είναι καθαρό: ή υπερασπίζεσαι τη δημοτική περιουσία ως αδιαπραγμάτευτο κοινό αγαθό ή συμμετέχεις στη σταδιακή μετάλλαξή της σε εργαλείο επιχειρηματικής αξιοποίησης.
Όποιος ψηφίζει, αναλαμβάνει και ακέραιη ευθύνη
Σε τέτοιες υποθέσεις δεν χωρούν μισόλογα. Δεν χωρούν εκ των υστέρων υπεκφυγές. Δεν χωρούν “δεν καταλάβαμε”, “δεν εννοούσαμε”, “θα δούμε στην πράξη”. Όποιος εγκρίνει τέτοιες διατυπώσεις αναλαμβάνει πλήρως την πολιτική ευθύνη για το τι επιτρέπει σήμερα και για το τι θα έρθει αύριο να πατήσει πάνω σε αυτή την απόφαση.
Γιατί οι λέξεις στις αποφάσεις δεν είναι διακοσμητικές. Είναι νομικοπολιτικές γέφυρες. Και κάθε τέτοια γέφυρα που χτίζεται υπέρ της σύμπραξης με ιδιώτες πάνω στη βάση της δημοτικής περιουσίας είναι μια συνειδητή επιλογή. Όχι ατύχημα. Όχι τεχνική λεπτομέρεια. Επιλογή.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι κάποιοι θέλουν να πουλήσουν την ίδια παλιά πολιτική με καινούρια “πράσινη” συσκευασία. Το πιο επικίνδυνο είναι να βρουν μια κοινωνία τόσο κουρασμένη, ώστε να μην αντιδρά όταν βλέπει τη δημοτική περιουσία να μετατρέπεται από κοινό δικαίωμα σε διαθέσιμο asset.
Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση αυτή δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι βαθιά πολιτικό θέμα δημοκρατίας, ελέγχου και κυριότητας. Γιατί όταν αρχίζει να διατίθεται “προς εκμετάλλευση” η δημοτική περιουσία, δεν εκχωρείται απλώς χώρος ή υποδομή. Εκχωρείται εξουσία. Και όποιος εκχωρεί εξουσία στο όνομα της ανάπτυξης, αργά ή γρήγορα παραδίδει και τον ίδιο τον τόπο.

