Όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να φοβάται περισσότερο τη φθορά της παρά την κρίση της χώρας, τότε οι εκλογές δεν εμφανίζονται ως δημοκρατική ανάγκη, αλλά ως μηχανισμός πολιτικής διάσωσης. Και αυτό ακριβώς μυρίζει σήμερα το σκηνικό.
Η συζήτηση για πρόωρες εκλογές δεν άνοιξε τυχαία. Δεν είναι προϊόν θεσμικής ομαλότητας ούτε ένδειξη πολιτικής αυτοπεποίθησης. Είναι το σύμπτωμα μιας εξουσίας που ακούει τον θόρυβο της κοινωνικής δυσαρέσκειας να πλησιάζει και αναζητεί τον κατάλληλο χρόνο διαφυγής. Πριν σκληρύνει κι άλλο η πραγματικότητα. Πριν παγιωθεί η φθορά. Πριν μετατραπεί η φθορά σε ετυμηγορία.
Η ακρίβεια παραμένει ασήκωτη. Η διεθνής αστάθεια προσθέτει πίεση σε μια ήδη εξαντλημένη κοινωνία. Η σκιά των υποκλοπών δεν έχει φύγει. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει τραυματιστεί. Και απέναντι σε όλα αυτά, η κυβερνητική απάντηση δεν μοιάζει να είναι η πολιτική διόρθωση, αλλά η εκλογική φυγή προς τα εμπρός. Να αλλάξει η ατζέντα, να θολώσει ο λογαριασμός, να στηθεί ξανά το γνώριμο δίλημμα: «ή εμείς ή το χάος».
Μόνο που αυτή η συνταγή έχει αρχίσει να φθείρεται. Γιατί οι πολίτες αντιλαμβάνονται πότε η σταθερότητα προβάλλεται ως εθνική ανάγκη και πότε χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό καταφύγιο μιας εξουσίας που τρίζει. Οι πρόωρες κάλπες, όταν δεν υπαγορεύονται από εθνικό αδιέξοδο, δεν είναι πράξη ευθύνης. Είναι πράξη πολιτικού υπολογισμού. Είναι η στιγμή που η κυβέρνηση επιχειρεί να βαφτίσει το κομματικό της συμφέρον σε πατριωτικό καθήκον.
Την ίδια ώρα, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να κινείται χωρίς τη συνοχή και τη βαρύτητα που θα απαιτούσε η περίσταση. Αυτή ακριβώς η αδυναμία τροφοδοτεί και τα σενάρια του αιφνιδιασμού. Διότι η εξουσία δεν διαλέγει ποτέ εκλογές σε ουδέτερο χρόνο. Τις διαλέγει όταν πιστεύει ότι οι απέναντι είναι ανέτοιμοι και η κοινωνία ακόμη αρκετά φοβισμένη ώστε να ανεχθεί τον εκβιασμό της «μοναδικής λύσης».
Αλλά εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα. Μια κυβέρνηση που σκέφτεται πρόωρες κάλπες όχι επειδή τελείωσε το έργο της, αλλά επειδή φοβάται τον λογαριασμό του, ομολογεί σιωπηρά ότι δεν κυβερνά με ορίζοντα τετραετίας. Κυβερνά με ορίζοντα επιβίωσης. Και μια δημοκρατία που σύρεται σε εκλογική συζήτηση κάθε φορά που η εξουσία ιδρώνει, δεν λειτουργεί με όρους θεσμικής σοβαρότητας, αλλά με όρους πολιτικού τακτικισμού.
Αν, λοιπόν, το Μέγαρο Μαξίμου ζυγίζει πράγματι το κουμπί των πρόωρων εκλογών, ας σταματήσει τα προσχήματα περί «σταθερότητας». Όταν μια κυβέρνηση ζητά κάλπες πριν λήξει η εντολή της, όχι για να υπηρετήσει τη χώρα αλλά για να προλάβει την κατάρρευση της εικόνας της, τότε δεν υπερασπίζεται τη δημοκρατία. Απλώς τρέχει να κρυφτεί πίσω από αυτήν.

