Υπάρχουν στιγμές που η τηλεόραση παύει να είναι τηλεόραση και γίνεται καθρέφτης μιας κοινωνίας που βράζει. Ο Σπύρος Χαριτάτος δεν «ξέφυγε», δεν «παρασύρθηκε», δεν «υπερέβαλε». Είπε με οργή αυτό που ένα ολόκληρο κομμάτι της κοινωνίας ψιθυρίζει εδώ και καιρό: ότι γύρω από την εξουσία έχει στηθεί ένας μηχανισμός υπεράσπισης, παραμόρφωσης και φτηνού διαδικτυακού τραμπουκισμού.
Και όταν η συζήτηση πήγε στα Τέμπη, το προσωπείο κατέρρευσε. Γιατί εκεί δεν μιλάμε πια για επικοινωνία. Μιλάμε για κρατική αποσύνθεση. Για μια υπόθεση εθνικού τραύματος που αντιμετωπίστηκε με προχειρότητα, αλαζονεία και εκείνη την αποκρουστική αίσθηση ότι «ό,τι και να γίνει, θα το μαζέψει το σύστημα». Μόνο που αυτή τη φορά, το σύστημα καρφώθηκε μόνο του στον τοίχο.
Η έκρηξη που χάλασε το αφήγημα
Ο Χαριτάτος δεν χάλασε το κλίμα. Το κλίμα είναι ήδη σάπιο. Εκείνος απλώς το έσκισε. Οι βαριές του εκφράσεις για τα κυβερνητικά τρολ δεν έπεσαν σε πολιτικό κενό. Πάτησαν πάνω σε μια ευρύτατη πεποίθηση ότι γύρω από κάθε κρίση, κάθε σκάνδαλο, κάθε θεσμικό στραπάτσο, εμφανίζεται ένας στρατός ψηφιακών υπαλλήλων της γραμμής: να λοιδορήσουν, να θολώσουν, να σχετικοποιήσουν, να ξεπλύνουν. Όχι για να πείσουν. Αλλά για να εξαντλήσουν. Να κουράσουν την αλήθεια μέχρι να μοιάζει κι αυτή «μια άποψη».
Τα Τέμπη και το κράτος-κουρελόχαρτο
Και μετά ήρθε η δίκη. Η δίκη που έπρεπε να είναι υπόδειγμα σοβαρότητας, σεβασμού και θεσμικής επάρκειας. Η δίκη που έπρεπε να σταθεί στο ύψος ενός συλλογικού πένθους. Και τι είδαμε; Συνωστισμό, αμηχανία, εικόνες ντροπής, μια διαδικασία που από την πρώτη κιόλας στιγμή εξέπεμψε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που απαιτούσε η περίσταση. Δηλαδή όχι κράτος δικαίου, αλλά κρατικό μπάχαλο. Όχι προετοιμασία, αλλά προχειρότητα. Όχι σεβασμό στους συγγενείς και στους επιζώντες, αλλά θεσμική προσβολή. Και μετά απορούν γιατί φουντώνει η οργή.
Το πρόβλημα δεν είναι η αγανάκτηση — είναι η αναλγησία της εξουσίας
Όταν ένας δημοσιογράφος φτάνει να ξεσπά έτσι δημόσια, η εξουσία σπεύδει πάντα να σταθεί στο ύφος, ποτέ στην ουσία. Να καταγγείλει τον τόνο, για να μη λογοδοτήσει για το περιεχόμενο. Αυτό είναι το παλιό, φθαρμένο κόλπο του συστήματος Μητσοτάκη: μην απαντάς στο σκάνδαλο, ενοχοποίησε τον θυμό. Μην απαντάς για το φιάσκο, μίλα για «θεσμικότητα». Μην κοιτάς τις σαρδέλες μέσα στις αίθουσες, κοίτα ποιος ύψωσε τη φωνή του. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν οξύθυμο τηλεοπτικό καβγά. Έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό σύμπτωμα βαθιάς παρακμής: μια κυβέρνηση που μοιάζει όλο και πιο ικανή να διαχειρίζεται την εικόνα και όλο και πιο ανίκανη να διαχειρίζεται την πραγματικότητα.
Ας το καταλάβουν καλά στο Μαξίμου: ο σάλος δεν προκλήθηκε επειδή ο Χαριτάτος μίλησε σκληρά. Ο σάλος προκλήθηκε γιατί ακούστηκε, έστω για λίγα λεπτά, η γυμνή αλήθεια χωρίς φίλτρο, χωρίς βαμβάκι, χωρίς προστατευτικό περίβλημα. Και η αλήθεια είναι απλή, βρόμικη και πολιτικά καταδικαστική: στα Τέμπη δεν εκτέθηκε ένας παρουσιαστής. Εκτέθηκε μια ολόκληρη εξουσία που έχει μάθει να κυβερνά με τρολ, με βιτρίνες και με θράσος — μέχρι να τη διαψεύσει η ίδια η πραγματικότητα.

