Στην Ελλάδα της επιλεκτικής ευαισθησίας, δεν ενοχλεί η επίκληση διχαστικών συμβόλων όταν προέρχεται από την Αριστερά. Ενοχλεί μόνο όταν η άλλη πλευρά αρνείται να υποκλιθεί σε αυτά.
Ο Θάνος Πλεύρης στοχοποιήθηκε για μια δήλωση περί «αγώνων της Αριστεράς», ενώ την ίδια ώρα οι αναφορές του Αλέξη Τσίπρα στον Άρη Βελουχιώτη και η παρουσία του Δημήτρη Κουτσούμπα σε εκδήλωση για το Λιτόχωρο πέρασαν σχεδόν με πολιτική ασυλία. Όχι, αυτό δεν λέγεται συμφιλίωση. Λέγεται υποκρισία.
Η δήλωση που έγινε “σκάνδαλο”
Όταν ο Θάνος Πλεύρης είπε ότι δεν σέβεται τους αγώνες της Αριστεράς, στήθηκε αμέσως ο γνώριμος μηχανισμός καταγγελίας. Δημοσιολόγοι, αντίπαλοι και πρόθυμοι σχολιαστές μίλησαν για «εμφυλιοπολεμικό κλίμα», για «επιστροφή σε σκοτεινές εποχές», για «τραύματα που δεν πρέπει να ανοίγουν».
Ξαφνικά, όλοι έγιναν θεματοφύλακες της εθνικής συμφιλίωσης. Ξαφνικά, όλοι θυμήθηκαν τη δημοκρατική νηφαλιότητα. Και ξαφνικά, μια πολιτική θέση βαφτίστηκε περίπου θεσμική απειλή.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν ήταν η φράση. Το πρόβλημα ήταν ποιος την είπε.
Όταν μιλούν οι “δικοί τους”, πέφτει σιωπή
Την αμέσως επόμενη μέρα, ο Αλέξης Τσίπρας μιλά στη Λαμία για τον Άρη Βελουχιώτη και τους αγώνες που τον εμπνέουν. Την ίδια ώρα, ο Δημήτρης Κουτσούμπας βρίσκεται στο Λιτόχωρο, σε εκδήλωση που παραπέμπει σε μια από τις πιο βαριές και αιματοβαμμένες σελίδες της εθνικής σύγκρουσης.
Εκεί όμως δεν υπήρξαν κραυγές για διχασμό. Δεν ακούστηκαν τα ίδια περί «σκοτεινών εποχών». Δεν είδαμε τα ίδια πρωτοσέλιδα ευαισθησίας. Η δημοσιογραφική αυστηρότητα εξαφανίστηκε και η πολιτική ορθότητα πήγε περίπατο.
Άρα, το κριτήριο δεν είναι ούτε η Ιστορία ούτε η μνήμη. Το κριτήριο είναι η παράταξη.
Η εθνική συμφιλίωση α λα καρτ
Εδώ αποκαλύπτεται όλο το μέγεθος της απάτης. Στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής ιδεολογικής μονοκρατορίας, η Αριστερά απαιτεί να τιμώνται οι δικές της αναφορές ως ιερές, ενώ κάθε αντίλογος παρουσιάζεται ως ακραίος, επικίνδυνος και δήθεν αντιδημοκρατικός.
Με λίγα λόγια, οι δικοί τους «αγώνες» είναι ιστορική παρακαταθήκη, ενώ οι δικές μας μνήμες πρέπει να μένουν θαμμένες. Οι δικές τους αναφορές είναι “δημοκρατική ευαισθησία”, ενώ οι δικές μας κρίσεις βαφτίζονται “μισαλλοδοξία”. Αυτή δεν είναι εθνική συμφιλίωση. Είναι ιδεολογική επιβολή με επικοινωνιακή προστασία.
Και όσο αυτό το παιχνίδι συνεχίζεται, τόσο αποδεικνύεται ότι δεν ζητούν ισονομία στη μνήμη. Ζητούν αποκλειστικό δικαίωμα στην Ιστορία.
Η αλήθεια είναι απλή και ενοχλητική: δεν τους πείραξε ποτέ ο διχασμός. Τους πειράζει μόνο όταν δεν έχουν το μονοπώλιο πάνω του. Όταν μιλά η Δεξιά, θυμούνται την ενότητα. Όταν τιμά η Αριστερά τα δικά της σύμβολα, θυμούνται την Ιστορία. Αυτό δεν είναι δημοκρατική ευαισθησία. Είναι πολιτική υποκρισία πρώτου μεγέθους.

