Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική διαφωνία παύει να είναι διαφωνία και καταντά οργανωμένη λάσπη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση των επιθέσεων κατά του καθηγητή Ιωάννη Θ. Μάζη, με ανώνυμα διαδικτυακά troll να επιχειρούν όχι να τον αντικρούσουν, αλλά να παραποιήσουν χυδαία όσα ο ίδιος είπε, έγραψε και υπερασπίστηκε δημόσια επί σειρά ετών.
Το πιο γελοίο – και ταυτόχρονα το πιο αποκαλυπτικό – είναι ότι έφτασαν να του φορτώσουν θέση αντίθετη από εκείνη που ο ίδιος είχε δώσει με συνέπεια, τεκμηρίωση και δημόσιο κόστος: τη στήριξη της προμήθειας των γαλλικών φρεγατών Belharra. Όταν η αλήθεια είναι καταγεγραμμένη, το ψέμα δεν είναι απλώς ανήθικο. Είναι πολιτικά ύποπτο.
Τι επιχειρούν να σβήσουν
Οι γνωστοί ανώνυμοι «μαχητές» των social media δεν επιτίθενται στον Μάζη επειδή διαφωνούν μαζί του. Του επιτίθενται επειδή υπάρχει δημόσιο ίχνος. Υπάρχουν παρεμβάσεις, αρθρογραφία, συνεντεύξεις, καταγεγραμμένες θέσεις και στρατηγική σκέψη που δεν βολεύουν τη βιομηχανία της διαστρέβλωσης.
Η κατηγορία ότι δήθεν δεν ήθελε τις Belharra δεν είναι απλώς ψευδής. Είναι αντιστροφή της πραγματικότητας. Διότι ο καθηγητής είχε από χρόνια αναδείξει τη σημασία της γαλλικής στρατηγικής σύνδεσης για την ελληνική αποτροπή, αλλά και την ανάγκη ενός ευρύτερου γεωπολιτικού άξονα που να φτάνει μέχρι την Κυπριακή Δημοκρατία. Άρα εδώ δεν έχουμε «παρερμηνεία». Έχουμε συνειδητή παραχάραξη.
Η αλήθεια που τους ενοχλεί
Όταν τέθηκε πραγματικά το δίλημμα για το ποια φρεγάτα θα αποκτούσε η χώρα, ο Μάζης δεν κρύφτηκε πίσω από διπλωματικές ασάφειες ούτε πίσω από κομματικά μισόλογα. Πήρε θέση. Μίλησε καθαρά υπέρ των Belharra και ανέδειξε τον κίνδυνο που θα συνιστούσε για την εθνική ασφάλεια μια επιλογή κατώτερων λύσεων, όπως οι αμερικανικές LCS, οι οποίες προωθούνταν τότε μέσω ισχυρών πιέσεων και γνωστών μηχανισμών επιρροής.
Αυτό ακριβώς δεν συγχωρείται από όσους θέλουν μια δημόσια σφαίρα χωρίς μνήμη. Διότι ο Μάζης δεν λειτούργησε ως σχολιαστής εκ των υστέρων. Λειτούργησε ως προειδοποιητική φωνή πριν ληφθούν οι αποφάσεις. Και αυτό, σε μια χώρα όπου πολλοί μιλούν μόνο αφού κλείσει η δουλειά, είναι βαρύ πολιτικό και ηθικό φορτίο.
Γιατί τώρα;
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η νέα έξαρση της αποδόμησης συνδέθηκε με την παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στην παρουσίαση του βιβλίου του Ιωάννη Θ. Μάζη στο Πολεμικό Μουσείο. Κάπου εκεί, ξαφνικά, ενεργοποιήθηκαν οι γνωστοί ψηφιακοί λεκέδες που παρουσιάζονται ως «αυθόρμητη κριτική», ενώ στην πράξη λειτουργούν σαν μηχανισμός πολιτικής λασπολογίας.
Όταν δεν μπορούν να χτυπήσουν το επιχείρημα, χτυπούν τον άνθρωπο. Όταν δεν μπορούν να διαγράψουν την καταγεγραμμένη αλήθεια, προσπαθούν να την πνίξουν μέσα σε θόρυβο, χολή και ανωνυμία. Αυτό δεν είναι δημόσιος διάλογος. Είναι διαδικτυακός μακαρθισμός χαμηλής ποιότητας, με στόχο όχι την αμφισβήτηση, αλλά την ηθική εξόντωση.
Η υπόθεση Μάζη δεν είναι απλώς μια ακόμη ιστορία ψηφιακής αθλιότητας. Είναι μια μικρογραφία της εποχής: ανώνυμοι λασπολόγοι, πρόθυμοι παραχαράκτες και πολιτικά χρήσιμα τρολ να προσπαθούν να ξηλώσουν την αλήθεια επειδή δεν αντέχουν τη συνέπεια. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα για όλους αυτούς: ο βόρβορος κάνει θόρυβο, αλλά δεν σβήνει το αποτύπωμα. Και ο Μάζης, είτε τους αρέσει είτε όχι, έχει αφήσει αποτύπωμα.

