Από όλες τις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν εναντίον του, ελάχιστες άντεξαν στη δοκιμασία της λογικής και καμία δεν ακύρωσε το βασικό πολιτικό γεγονός: ότι παρέλαβε μια χώρα γονατισμένη και την παρέδωσε όρθια, πληρώνοντας ο ίδιος το κόστος των αποφάσεών του.
Δεν πείθουν οι κραυγές, όταν καταρρέουν τα επιχειρήματα
Για χρόνια ακούγονται τα ίδια: από τη Δεξιά, από την Αριστερά, από τους κάθε λογής επαγγελματίες του φανατισμού. Κατηγορίες, αναθέματα, ύβρεις, μύθοι. Όμως πίσω από τον θόρυβο, πίσω από την προπαγάνδα, πίσω από τις κατασκευασμένες ενοχές, μένει ένα ερώτημα που κανείς από τους κατηγόρους του δεν απάντησε ποτέ με επάρκεια: ποιο ακριβώς είναι το στοιχείο που αποδεικνύει ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε ένας από τους πιο έντιμους και ικανούς πολιτικούς της Μεταπολίτευσης;
Γιατί άλλο η πολιτική διαφωνία και άλλο η πολιτική συκοφαντία. Άλλο η κριτική και άλλο η λυσσαλέα προσπάθεια εξόντωσης ενός προσώπου που δεν συγχωρήθηκε ποτέ επειδή δεν ανήκε στο σύστημα που λυμαίνεται τη χώρα. Ο Τσίπρας δεν πολεμήθηκε μόνο για όσα έκανε. Πολεμήθηκε κυρίως για όσα συμβόλιζε: ότι ένας άνθρωπος έξω από το κληρονομικό καθεστώς εξουσίας μπόρεσε να σταθεί στο κέντρο της Ιστορίας και να πάρει πάνω του αποφάσεις που άλλοι δεν θα τολμούσαν ούτε να ψελλίσουν.
Σημασία δεν έχει τι του χρεώνουν. Σημασία έχει τι βρήκε και τι άφησε
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν ισχυρίζεται ότι εκείνη η διακυβέρνηση ήταν αλάθητη. Έγιναν λάθη. Έγιναν οδυνηροί συμβιβασμοί. Υπήρξαν πιέσεις ασφυκτικές, εκβιασμοί ανοιχτοί, κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας που απαιτούσαν μια κυβέρνηση γονατισμένη και πειθήνια. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται με παιδικά συνθήματα. Κρίνεται στο πεδίο της πραγματικότητας.
Και η πραγματικότητα λέει ότι ο Τσίπρας παρέλαβε μια χώρα ρημαγμένη, ταπεινωμένη, κοινωνικά εξαντλημένη, διεθνώς ευάλωτη. Παρέλαβε μια Ελλάδα των μνημονιακών ερειπίων, της απελπισίας και της θεσμικής παρακμής. Και την παρέδωσε εκτός της ζώνης του απόλυτου κινδύνου, με την κοινωνία όρθια, με την πατρίδα όρθια, με το πολιτικό σύστημα αναγκασμένο να παραδεχθεί —έστω και μέσα από τα δόντια— ότι η χώρα δεν κατέρρευσε επειδή κάποιοι τόλμησαν να συγκρουστούν.
Αυτό είναι το μέτρο. Όχι οι αφίσες μίσους. Όχι οι τηλεοπτικές υστερίες. Όχι οι αγοραίες κορώνες των επαγγελματιών της διαστρέβλωσης.
Το δημοψήφισμα, η Συμφωνία των Πρεσπών και το θάρρος που δεν συγχωρείται
Οι μεν τον κατηγορούν ότι έκανε το «Όχι» του δημοψηφίσματος «Ναι». Οι δε τον κατηγορούν ότι «πρόδωσε τη Μακεδονία». Άλλοι ήθελαν ρήξη μέχρι τέλους, άλλοι ήθελαν πλήρη υποταγή, άλλοι ήθελαν αίμα στην αρένα για να συνεχίσουν να παριστάνουν τους πατριώτες χωρίς να αναλαμβάνουν ποτέ το βάρος της ευθύνης.
Όμως η Ιστορία είναι αμείλικτη με τους δημαγωγούς και γενναιόδωρη μόνο με όσους πληρώνουν το κόστος της ευθύνης. Και ο Τσίπρας το πλήρωσε. Πήρε αποφάσεις που ήξερε ότι θα του κοστίσουν πολιτικά. Δεν προστάτευσε την καρέκλα του. Δεν χάιδεψε τα πιο εύκολα ένστικτα του πλήθους. Δεν έκρυψε το πρόβλημα κάτω από το χαλί για να το φορτώσει στον επόμενο.
Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Σε μια χώρα όπου η πολιτική τάξη έχει εκπαιδευτεί να μετρά μόνο δημοσκοπήσεις, ο Τσίπρας υπενθύμισε ότι η πολιτική είναι πρωτίστως ανάληψη ευθύνης. Και αυτό ακριβώς δεν του συγχωρούν.
Γιατί τον χτυπούν ακόμη
Το πιο ισχυρό τεκμήριο της πολιτικής του αξίας είναι ότι παραμένει ο μόνιμος στόχος ενός ολόκληρου μηχανισμού. Ο Μητσοτάκης και το σύστημα που τον περιβάλλει ξέρουν πολύ καλά ποιος είναι ο πραγματικός τους αντίπαλος. Όχι ένας διαχειριστής. Όχι ένα ακίνδυνο συμπλήρωμα. Αλλά ένας πολιτικός που, με όλα του τα λάθη, έδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος πέρα από τη διαφθορά, την υποτέλεια, την ταξική αλαζονεία και την κυβερνητική αναλγησία.
Ο Τσίπρας παραμένει ενοχλητικός γιατί δεν είναι γέννημα του κλειστού κλαμπ της εξουσίας. Δεν είναι παιδί τζακιού. Δεν είναι διαχειριστής ξένων συμφερόντων με ελληνική βιτρίνα. Είναι ένας πολιτικός που, στα μάτια πολλών ανθρώπων, εξέφρασε τη δυνατότητα να κυβερνηθεί αυτός ο τόπος από κάποιον που προέρχεται από την κοινωνία και όχι από τη φεουδαρχία των επωνύμων.
Η επόμενη πράξη δεν μπορεί να είναι επανάληψη – πρέπει να είναι υπέρβαση
Γι’ αυτό και η προσδοκία για μια νέα πολιτική αρχή γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι νοσταλγία. Είναι ανάγκη. Όχι για να αναπαραχθούν τα παλιά, αλλά για να διορθωθούν. Όχι για να επιστρέψει απλώς ένα όνομα, αλλά για να επιστρέψει η προοπτική ότι αυτή η χώρα μπορεί να ξαναβρεί σοβαρότητα, αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη.
Η εντιμότητα, το ήθος και η αξιοπρέπεια υπάρχουν ήδη ως πολιτικό του κεφάλαιο. Εκείνο που τώρα απαιτείται είναι το επόμενο βήμα: βαθύτερη προγραμματική θωράκιση, καθαρότερες επιλογές, αυστηρότερα κριτήρια για τους ανθρώπους που θα τον πλαισιώσουν, μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στους πρόθυμους και στους καιροσκόπους που πάντοτε μαζεύονται γύρω από όποιον εκπέμπει ελπίδα.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μια ανακύκλωση φθαρμένων προσώπων και εξαθλιωμένων συνταγών. Χρειάζεται πολιτικό σχέδιο, ηθικό βάρος και αληθινή ρήξη με το παρακμιακό καθεστώς που κυβερνά σαν να του ανήκει ο τόπος.
Η Ελλάδα που ζούμε σήμερα δεν είναι απλώς μια αποτυχημένη εκδοχή διακυβέρνησης. Είναι η οργανωμένη ντροπή μιας εξουσίας που έμαθε να επιβιώνει από την αδικία, τη διαπλοκή και την ταπείνωση των πολλών. Και ακριβώς γι’ αυτό ο Τσίπρας εξακολουθεί να φοβίζει: γιατί θυμίζει ότι υπήρξε μια στιγμή που η πολιτική δεν ήταν μόνο λογαριασμός συμφερόντων, αλλά και υπόθεση αξιοπρέπειας. Όποιος δεν το βλέπει, εθελοτυφλεί. Όποιος το βλέπει και το πολεμά, απλώς υπερασπίζεται το καθεστώς της παρακμής.

