Παρέμβαση με καθαρό πολιτικό φορτίο έκανε ο Νίκος Μερτζάνης για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, βάζοντας στο ίδιο κάδρο την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την κυβερνητική αμηχανία και την απόπειρα απαξίωσης κάθε ερευνητικής φωνής που δεν πειθαρχεί.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πολιτική ένταση. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι γιατί κάθε φορά που οι δικογραφίες πλησιάζουν τον πυρήνα της εξουσίας, ξαφνικά κάποιοι θυμούνται τις “διαρροές”, επιτίθενται στους θεσμούς και ανακαλύπτουν ότι η δημοσιογραφία τούς φταίει περισσότερο από το ίδιο το σκάνδαλο.
Η υπόθεση δεν είναι θεωρία, είναι θεσμική πραγματικότητα
Η συζήτηση δεν γίνεται στο κενό. Στις 1 Απριλίου 2026, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι ζήτησε από τη Βουλή την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών, ότι πέντε πρώην βουλευτές ερευνώνται επίσης, ενώ διαβίβασε στη Βουλή στοιχεία για πιθανή εμπλοκή πρώην υπουργού και πρώην υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης. Η ίδια η EPPO ξεκαθαρίζει ότι είναι ανεξάρτητη ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή, αρμόδια για αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και επισημαίνει μάλιστα ότι το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος την υποχρεώνει να διαβιβάζει αμελλητί στοιχεία όταν προκύπτουν ενδείξεις για κυβερνητικά πρόσωπα. Με απλά λόγια: δεν μιλάμε για πολιτικό κουτσομπολιό, αλλά για επίσημη ευρωπαϊκή ποινική διαδικασία, η οποία ασφαλώς δεν συνιστά απόδειξη ενοχής, αλλά ούτε και μπορεί να βαφτιστεί “σκευωρία” επειδή ενοχλεί.
Το “σεβόμαστε τη Δικαιοσύνη” δεν γίνεται να συνοδεύεται από υπονόμευση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνητική γραμμή μόνο ουδέτερη δεν υπήρξε. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε στις 16 Απριλίου ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι «σεβαστή», αλλά ταυτόχρονα κατήγγειλε επιλεκτικές διαρροές και «ελέγχους σε δόσεις», στέλνοντας σαφές πολιτικό μήνυμα προς τον θεσμό. Την ίδια στιγμή, η δημόσια ρητορική του Άδωνι Γεωργιάδη κλιμάκωσε ακόμα περισσότερο την ένταση, προκαλώντας σκληρή αντίδραση από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία υπενθύμισε ότι η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική και ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν καταργείται με έναν απλό εθνικό νόμο, αφού εδράζεται στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Αυτό είναι το πολιτικό πρόβλημα: όταν η εξουσία δηλώνει ότι “σέβεται” έναν θεσμό, αλλά τον περιβάλλει με υποψίες, πιέσεις και δημόσια απαξίωση, δεν υπερασπίζεται το κράτος δικαίου. Το φθείρει.
Η δημοσιογραφία δεν είναι το πρόβλημα· είναι αυτό που τους χαλάει τη βιτρίνα
Η παρέμβαση Μερτζάνη στέκεται ακριβώς εδώ: στον ρόλο της δημοσιογραφίας όταν η υπόθεση παύει να είναι μια διοικητική εκκρεμότητα και μετατρέπεται σε πεδίο ωμής πολιτικής αντιπαράθεσης. Γιατί κάθε φορά που ανοίγουν τέτοιοι φάκελοι, εμφανίζεται το ίδιο μοτίβο: δεν απαντούν επί της ουσίας, αλλά αναζητούν ενόχους ανάμεσα σε εισαγγελείς, ρεπόρτερ και μέσα ενημέρωσης. Η ερευνητική δημοσιογραφία, όμως, δεν υπάρχει για να προστατεύει κυβερνήσεις από τη φθορά. Υπάρχει για να φωτίζει αυτό που το σύστημα θέλει να κρατήσει στο ημίφως. Και όταν η εξουσία ενοχλείται από την έρευνα περισσότερο απ’ όσο από τις ίδιες τις δικογραφίες, τότε έχει ήδη ομολογήσει πού πραγματικά πονά. Η θέση της EPPO ως ανεξάρτητης ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής είναι ακριβώς αυτό που κάνει την υπόθεση ακόμα βαρύτερη πολιτικά και θεσμικά.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο επιδοτήσεων. Είναι τεστ θεσμικής αντοχής. Και σε αυτό το τεστ δεν κρίνεται μόνο ποιος υπέγραψε, ποιος ήξερε και ποιος ωφελήθηκε. Κρίνεται και κάτι βαθύτερο: αν η εξουσία αποδέχεται τη Δικαιοσύνη μόνο όταν τη βολεύει, αν ανέχεται την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μόνο όταν δεν αγγίζει “δικούς της” και αν θεωρεί ελεύθερο Τύπο μόνο τον σιωπηλό Τύπο. Εκεί ακριβώς χτυπά η παρέμβαση Μερτζάνη: όχι στον θόρυβο της αντιπαράθεσης, αλλά στον πανικό ενός συστήματος που καταλαβαίνει ότι αυτή τη φορά το θέμα δεν θάβεται τόσο εύκολα.

