Πάνω από 50 κρούσματα γαστρεντερίτιδας, δεκάδες υγειονομικοί εκτός μάχης και το διαχρονικό ερώτημα: πώς εφαρμόζεις μέτρα απομόνωσης όταν οι ασθενείς νοσηλεύονται σε ράντζα;
Η έξαρση γαστρεντερίτιδας από νοροϊό στο «Αττικόν» δεν είναι απλώς ένα ακόμη ενδονοσοκομειακό επεισόδιο που θα περάσει με απολυμάνσεις, ανακοινώσεις και ψυχραιμία. Είναι μια προειδοποίηση. Και μάλιστα ηχηρή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, η αρχική εστία εντοπίστηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του νοσοκομείου, με την αρχή της διασποράς να εκτιμάται γύρω στις 21 Μαΐου και την έξαρση να εντείνεται το περασμένο Σαββατοκύριακο, κατά τη διάρκεια εφημερίας.
Τα κρούσματα ξεπέρασαν τα 50. Τουλάχιστον 38 αφορούν υγειονομικούς, ενώ τα υπόλοιπα καταγράφηκαν σε ασθενείς και συνοδούς. Το νοσοκομείο αναφέρει ότι η συμπτωματολογία είναι ήπια και αυτοπεριοριζόμενη και πως δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ένδειξη σοβαρής απειλής για τη δημόσια υγεία ή για τη συνολική λειτουργία του ιδρύματος.
Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν τελειώνει εκεί.
Όταν ο ιός συναντά τα ράντζα
Ο νοροϊός είναι εξαιρετικά μεταδοτικός. Δεν χρειάζεται πολύ για να περάσει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ειδικά σε κλειστούς χώρους, με μεγάλη κινητικότητα, κοινές επιφάνειες και ασθενείς ευάλωτους.
Γι’ αυτό και τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι αυτονόητα: αυστηρή υγιεινή χεριών με σαπούνι και νερό, καθώς ο ιός εμφανίζει αντοχή στα αλκοολούχα αντισηπτικά, εντατικοί καθαρισμοί, απολυμάνσεις, μέσα ατομικής προστασίας, περιορισμός επισκεπτών, επιτήρηση ασθενών και προσωπικού.
Μόνο που εδώ αρχίζει η σκληρή πραγματικότητα.
Πώς εφαρμόζεται απομόνωση όταν ένα νοσοκομείο δουλεύει μονίμως με υπεράριθμους ασθενείς;
Πώς περιορίζονται οι μετακινήσεις όταν οι διάδρομοι μετατρέπονται σε θαλάμους;
Πώς εξασφαλίζονται ξεχωριστές τουαλέτες, στοιχειώδης απόσταση και ασφαλείς συνθήκες νοσηλείας όταν τα ράντζα έχουν πάψει να είναι «έκτακτη ανάγκη» και έχουν γίνει μόνιμη εικόνα;
Η ανακοίνωση των εργαζομένων λέει αυτό που όλοι ξέρουν
Το σωματείο εργαζομένων του «Αττικόν» συνδέει ευθέως την έξαρση με την υποστελέχωση και τη μόνιμη υπερπληρότητα του νοσοκομείου.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Διότι ένα νοσοκομείο που λειτουργεί διαρκώς πάνω από τα όριά του δεν κινδυνεύει μόνο από την κόπωση του προσωπικού. Κινδυνεύει από την ίδια του την αδυναμία να εφαρμόσει στην πράξη τους κανόνες που στα χαρτιά θεωρούνται αυτονόητοι.
Μπορεί να υπάρχει καλή Επιτροπή Λοιμώξεων. Μπορεί να κινητοποιήθηκε άμεσα. Μπορεί το φαινόμενο να βρίσκεται σε αποδρομή. Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Αλλά δεν ακυρώνουν το βασικό πρόβλημα: όταν το σύστημα είναι διαρκώς τεντωμένο, μια έξαρση δεν βρίσκει απλώς ανθρώπους. Βρίσκει κενά. Βρίσκει ελλείψεις. Βρίσκει διαδρόμους γεμάτους. Βρίσκει προσωπικό εξαντλημένο. Βρίσκει ασθενείς στοιβαγμένους.
Και τότε η δημόσια υγεία δεν δοκιμάζεται μόνο από τον ιό. Δοκιμάζεται από την οργάνωση του κράτους.
Δεν είναι θέμα πανικού — είναι θέμα αντοχής του ΕΣΥ
Η διοίκηση του νοσοκομείου επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρή απειλή για τη συνολική λειτουργία του «Αττικόν». Αυτό μπορεί να ισχύει επιχειρησιακά.
Όμως πολιτικά και υγειονομικά, το περιστατικό είναι αποκαλυπτικό.
Δείχνει τι συμβαίνει όταν ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αττικής καλείται να σηκώσει βάρος μεγαλύτερο από αυτό που αντέχει. Δείχνει τι σημαίνει να μιλάμε για «γενικές εφημερίες» χωρίς αντίστοιχες υποδομές. Δείχνει τι σημαίνει να θεωρείται κανονικότητα το να βγαίνει μια εφημερία και κάθε κλινική να φορτώνεται με οκτώ, δέκα ή και περισσότερους υπεράριθμους ασθενείς.
Οι εργαζόμενοι ζητούν να αποδεσμευτεί το «Αττικόν» από την εφημερία της 30ής Μαΐου και να γίνουν μόνιμες προσλήψεις προσωπικού με βάση τις πραγματικές ανάγκες.
Και αυτό δεν είναι συνδικαλιστική υπερβολή. Είναι η ελάχιστη συζήτηση που θα έπρεπε να γίνεται σε ένα κράτος που θέλει να λέει ότι διαθέτει δημόσιο σύστημα υγείας.
Ο νοροϊός στο «Αττικόν» μπορεί να υποχωρήσει. Τα κρούσματα μπορεί να σταματήσουν. Οι διάδρομοι μπορεί να απολυμανθούν.
Αλλά το πρόβλημα δεν θα έχει φύγει.
Γιατί ο πραγματικός ιός που βασανίζει το ΕΣΥ δεν είναι μόνο αυτός που μεταδίδεται από επιφάνειες και επαφές. Είναι η χρόνια υποστελέχωση, η μόνιμη υπερπληρότητα, τα ράντζα που έγιναν θεσμός και η πολιτική συνήθεια να παρουσιάζεται ως «διαχειρίσιμο» αυτό που στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνο.
Στο «Αττικόν» δεν αρρώστησε μόνο ένα τμήμα.
Φάνηκε, ξανά, η ασθένεια ενός συστήματος που κρατιέται όρθιο από τους ανθρώπους του — και όχι από τις υποδομές που το κράτος οφείλει να του παρέχει.

