Ο νέος Κώδικας για την Αυτοδιοίκηση δεν φέρνει μόνο τεχνικές αλλαγές. Φέρνει και μια βαθιά πολιτική επιλογή: να χωρίσει τους συμβασιούχους των Δήμων σε κατηγορίες. Σε εργαζόμενους που θα έχουν μια σχετική «ανάσα» απέναντι στην υποχρεωτική άσκηση εφέσεων και σε εργαζόμενους που θα συνεχίσουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν θεσμικό μηχανισμό εξάντλησης.
Η διάταξη που παρουσιάζεται ως εξορθολογισμός, στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί ένας εργαζόμενος σε κοινωνική, τεχνική, πολιτιστική, ανταποδοτική υπηρεσία, πράσινο ή αθλητισμό να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από έναν εργαζόμενο σε διοικητική, οικονομική ή λογιστική υπηρεσία;
Η εργασία στους Δήμους δεν είναι εργασία δύο ταχυτήτων. Οι ανάγκες των Δήμων δεν είναι επιλεκτικά πραγματικές. Ο εργαζόμενος που κρατά όρθια την καθαριότητα, την τεχνική υπηρεσία ή το πράσινο είναι αναγκαίος. Αλλά αναγκαίος είναι και ο εργαζόμενος που κρατά όρθια την οικονομική υπηρεσία, τη διοικητική λειτουργία, τις πληρωμές, τις προμήθειες, τη γραφειοκρατική συνέχεια ενός Δήμου.
Κι όμως, η νέα ρύθμιση φαίνεται να αναγνωρίζει την ανάγκη μόνο εκεί όπου το κράτος επιλέγει να τη δει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εργασιακό. Είναι θεσμικό. Όταν ο νόμος προβλέπει ότι σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων δεν θα ασκείται υποχρεωτικά έφεση μετά από θετική πρωτόδικη απόφαση, ενώ σε άλλες κατηγορίες θα ασκείται, τότε δεν έχουμε απλή διοικητική ρύθμιση. Έχουμε διαχωρισμό.
Και όταν αυτός ο διαχωρισμός δεν εξηγείται πειστικά, τότε ανοίγει ευθέως ζήτημα ισότητας.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το δεύτερο φίλτρο: η διετής απασχόληση από 1ης Ιανουαρίου 2023. Δηλαδή, ακόμη και εργαζόμενοι που καλύπτουν πραγματικές και πάγιες ανάγκες, ακόμη και αν δικαιωθούν πρωτόδικα, θα κινδυνεύουν να μπουν ξανά στον κυκεώνα της υποχρεωτικής έφεσης, επειδή δεν συμπληρώνουν το χρονικό όριο που έθεσε ο νομοθέτης.
Με άλλα λόγια, η ανάγκη της υπηρεσίας δεν αρκεί. Η δικαστική κρίση πρώτου βαθμού δεν αρκεί. Η πραγματική εργασία δεν αρκεί. Πρέπει να χωρέσεις ακριβώς στο κουτάκι που έφτιαξε το υπουργείο.
Η απάντηση του υπουργού Εσωτερικών, όπως μεταφέρθηκε, δεν καθησυχάζει. Αντιθέτως, επιτείνει την ανησυχία. Όταν σε συγκεκριμένο ερώτημα για το ποιοι τελικά μένουν εκτός εξαίρεσης η απάντηση είναι «δεν το γνωρίζω», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διάταξη. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο νομοθετείται η τύχη χιλιάδων εργαζομένων.
Δεν μπορεί μια τόσο σοβαρή ρύθμιση να παρουσιάζεται με ασάφειες. Δεν μπορεί να αφορά ανθρώπους που εργάζονται για χρόνια στους Δήμους και η πολιτική απάντηση να είναι περίπου «έγινε μια επιλογή». Οι επιλογές, όταν αφορούν δικαιώματα, εργασία και ίση μεταχείριση, πρέπει να αιτιολογούνται. Όχι να κρύβονται πίσω από γενικές διατυπώσεις.
Το επιχείρημα ότι «δεν στερείται κανείς τη δικαστική προστασία» είναι μισή αλήθεια. Διότι άλλο πράγμα είναι να έχεις θεωρητικά δικαίωμα να πας στο δικαστήριο και άλλο πράγμα να βρίσκεσαι απέναντι σε μια υποχρεωτική κρατική μηχανή εφέσεων, καθυστερήσεων, εξόδων και ανασφάλειας.
Η δικαστική προστασία δεν είναι πολυτέλεια για όσους αντέχουν οικονομικά και ψυχικά μέχρι τέλους. Είναι συνταγματική εγγύηση. Και όταν το κράτος σπρώχνει συστηματικά τον εργαζόμενο σε διαρκή δικαστική εκκρεμότητα, τότε η προστασία αυτή αποδυναμώνεται στην πράξη.
Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει: θέλει το κράτος να λύσει το πρόβλημα των συμβασιούχων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες ή θέλει απλώς να διαχειριστεί πολιτικά το πρόβλημα, μοιράζοντας εξαιρέσεις και υποχρεωτικές εφέσεις ανά κατηγορία;
Γιατί οι Δήμοι ξέρουν πολύ καλά την αλήθεια. Χωρίς συμβασιούχους, πολλές υπηρεσίες δεν λειτουργούν. Χωρίς αυτούς, η καθημερινότητα των πολιτών καταρρέει. Κι όμως, αντί το κράτος να αντιμετωπίσει θεσμικά την πραγματικότητα, συνεχίζει να παίζει με προσωρινές σχέσεις, δικαστικές μάχες και νομοθετικές ακροβασίες.
Ο νέος Κώδικας, αντί να βάλει τάξη, κινδυνεύει να θεσμοθετήσει την αδικία. Να πει σε έναν εργαζόμενο «εσύ εξαιρείσαι» και σε έναν άλλον «εσύ θα πας μέχρι τέλους στα δικαστήρια». Να πει σε έναν Δήμο ότι κάποιες ανάγκες του αναγνωρίζονται και κάποιες άλλες όχι.
Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι διαχείριση ανθρώπων με λογιστικά κριτήρια.
Και τελικά, το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους συμβασιούχους. Αφορά την ίδια τη λειτουργία των Δήμων. Διότι ένας Δήμος που στηρίζεται σε εργαζόμενους υπό διαρκή ομηρία δεν μπορεί να λειτουργήσει με ασφάλεια, συνέχεια και αξιοπρέπεια.
Οι συμβασιούχοι δεν είναι αριθμοί σε άρθρα και παραγράφους. Είναι άνθρωποι που κρατούν όρθιες υπηρεσίες. Και όταν το κράτος τους χωρίζει σε κατηγορίες, τότε δεν λύνει το πρόβλημα. Το βαθαίνει.

