Δεκαέξι χρόνια χρειάστηκε η ελληνική Πολιτεία για να ανακοινώσει ότι εντόπισε πρόσωπα τα οποία κατηγορούνται για τη φονική εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, στις 5 Μαΐου 2010.
Δύο άνδρες, ηλικίας 42 ετών, συνελήφθησαν, ενώ εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης σε βάρος μιας 46χρονης γυναίκας που φέρεται να διαμένει τα τελευταία χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία. Πρόκειται για την επίθεση κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους οι εργαζόμενοι Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος, Επαμεινώνδας Τσάκαλης και Παρασκευή Ζούλια.
Η είδηση είναι σοβαρή.
Η υπόθεση είναι τεράστια.
Οι νεκροί ζητούν δικαίωση.
Όμως η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με κυβερνητικά δελτία θριάμβου, ούτε η ενοχή αποδεικνύεται με δηλώσεις υπουργών μπροστά στις κάμερες.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Ένα ανώνυμο email άνοιξε ξανά τον φάκελο
Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν από αστυνομικές και δικαστικές πηγές, η νέα έρευνα ξεκίνησε όταν το αποκαλούμενο «ελληνικό FBI» έλαβε ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα.
Στο email φέρονται να κατονομάζονταν τα τρία πρόσωπα για τα οποία εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης, καθώς και άλλα άτομα που φέρονται να συνδέονται με τον αντιεξουσιαστικό χώρο.
Η πληροφορία αξιολογήθηκε ως σοβαρή και οι αστυνομικές αρχές άρχισαν να επανεξετάζουν το υλικό της δικογραφίας της Marfin, αλλά και στοιχεία από άλλες υποθέσεις στις οποίες εμφανίζονταν ή αναφέρονταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, από τη σύγκριση φωτογραφικού και βιντεοληπτικού υλικού διαπιστώθηκαν ομοιότητες σε χαρακτηριστικά εμφάνισης και αμφίεσης μεταξύ προσώπων που εμφανίζονται σε διαφορετική δικογραφία και των δραστών που είχαν καταγραφεί κατά την επίθεση στη Marfin.
Τα στοιχεία διαβιβάστηκαν στην αρμόδια ανακρίτρια, η υπόθεση ανασύρθηκε και εκδόθηκαν τα εντάλματα.
Όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο δικαστικής αξιολόγησης.
Δεν αποτελούν ακόμη δικαστική απόφαση.
Οι κατηγορούμενοι είναι ύποπτοι και όχι καταδικασμένοι. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν καταργείται επειδή ένας υπουργός επιθυμεί να εμφανίσει μια σύλληψη ως τελεσίδικη εξιχνίαση.
Ο υπουργός έβγαλε ήδη απόφαση
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έσπευσε να παρουσιάσει τις συλλήψεις ως νίκη της Δημοκρατίας, δηλώνοντας ότι αποτελούν την απάντηση της Πολιτείας σε όσους «μετατρέπονται σε δολοφόνους».
Μόνο που υπάρχει μια μικρή, αλλά θεμελιώδης λεπτομέρεια:
Το ποιος είναι δολοφόνος το αποφασίζουν τα δικαστήρια.
Όχι οι υπουργοί.
Όχι οι διαρροές.
Όχι τα δελτία των οκτώ.
Όταν η πολιτική εξουσία προεξοφλεί την ενοχή ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη απολογηθεί, δεν ενισχύει τη Δικαιοσύνη. Την πιέζει και ταυτόχρονα δημιουργεί τον κίνδυνο να καταρρεύσει ολόκληρη η υπόθεση, εάν τα στοιχεία δεν αντέξουν στη δικαστική βάσανο.
Η κυβέρνηση δικαιούται να δηλώσει ότι οι αρχές συνέχισαν την έρευνα.
Δεν δικαιούται να πανηγυρίζει σαν να έχει ήδη εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση.
Από το USB του 2020 στο email του 2026
Δεν είναι η πρώτη φορά που η υπόθεση της Marfin επανέρχεται στο προσκήνιο ως σχεδόν «εξιχνιασμένη».
Το 2020 είχε καλλιεργηθεί και πάλι η εικόνα ότι οι αρχές βρίσκονταν κοντά στους δράστες. Μεταγενέστερα δημοσιεύματα ανέφεραν ότι βασικό στοιχείο εκείνης της προσπάθειας ήταν ένα USB με οπτικό υλικό, το οποίο φέρεται να είχε αφεθεί σε παγκάκι, ώστε να το παραλάβει η Αστυνομία μετά από ανώνυμη ειδοποίηση. Η έρευνα εκείνη δεν οδήγησε στην εξιχνίαση που είχε προαναγγελθεί.
Το 2020 είχαμε ένα USB σε παγκάκι.
Το 2026 έχουμε ένα ανώνυμο email.
Και στις δύο περιπτώσεις εμφανίζεται η ίδια πολιτική βιασύνη: πρώτα καλλιεργείται το κλίμα της μεγάλης επιτυχίας και μετά αναμένεται από τη Δικαιοσύνη να επιβεβαιώσει το κυβερνητικό αφήγημα.
Μόνο που η ποινική διαδικασία δεν είναι τηλεοπτική σειρά.
Οι ομοιότητες στην ενδυμασία, οι φωτογραφίες και οι πληροφορίες ενός ανώνυμου αποστολέα μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία έρευνας. Δεν αρκούν, όμως, από μόνα τους για να αποδείξουν συμμετοχή σε έναν φονικό εμπρησμό.
Χρειάζονται αδιάσειστα στοιχεία.
Χρειάζεται σύνδεση των κατηγορουμένων με τον χώρο, τον χρόνο και την πράξη.
Χρειάζονται μαρτυρίες, πραγματογνωμοσύνες, επιστημονικά ευρήματα και μια αποδεικτική αλυσίδα που δεν θα καταρρεύσει στην πρώτη σοβαρή ερώτηση της υπεράσπισης.
Η Marfin δεν είναι κυβερνητικό σωσίβιο
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα εάν οι δύο συλληφθέντες και η καταζητούμενη γυναίκα είναι πράγματι οι φυσικοί αυτουργοί της επίθεσης.
Αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη.
Μακάρι τα στοιχεία να είναι ισχυρά.
Μακάρι, έστω και δεκαέξι χρόνια αργότερα, οι πραγματικοί δράστες να λογοδοτήσουν.
Μακάρι οι οικογένειες των θυμάτων να πάρουν επιτέλους απαντήσεις.
Αλλά η ελπίδα για δικαιοσύνη δεν επιτρέπει ούτε την πολιτική εκμετάλλευση ούτε την προκαταβολική καταδίκη.
Η Marfin δεν είναι εργαλείο αλλαγής της πολιτικής ατζέντας.
Δεν είναι σωσίβιο για υπουργούς.
Δεν είναι επικοινωνιακό σκηνικό στο οποίο στήνονται κάμερες για να ανακοινωθεί άλλη μία «εξιχνίαση».
Είναι μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής κοινωνίας.
Τρεις εργαζόμενοι πέθαναν μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο. Μαζί με την Αγγελική χάθηκε και το παιδί που κυοφορούσε. Οι οικογένειές τους περίμεναν δεκαέξι χρόνια όχι για να ακούσουν πανηγυρικές δηλώσεις, αλλά για να μάθουν την αλήθεια.
Γι’ αυτό απαιτείται σοβαρότητα.
Απαιτούνται αποδείξεις.
Απαιτείται σιωπή από όσους επιχειρούν να προκαταλάβουν τη δικαστική κρίση.
Γιατί εάν τα στοιχεία είναι πράγματι ισχυρά, κανένας κυβερνητικός πανηγυρισμός δεν είναι απαραίτητος.
Και εάν δεν είναι, τότε το ανώνυμο email του 2026 κινδυνεύει να καταλήξει εκεί όπου κατέληξε και το USB του 2020:
Στο αρχείο των επικοινωνιακών «εξιχνιάσεων» μιας υπόθεσης που παραμένει πολύ σοβαρή για να χρησιμοποιείται σε πολιτικά παιχνίδια.

