Η βρωμιά δεν είναι φυσικό φαινόμενο ούτε αποτέλεσμα μόνο του τουρισμού και της ζέστης. Είναι το αποτύπωμα μιας πόλης χωρίς επαρκή καθαριότητα, κοινωνική πολιτική, αστυνόμευση και σταθερή κρατική παρουσία.
Η Αθήνα δεν πνίγεται απλώς από τα σκουπίδια. Πνίγεται από την εγκατάλειψη.
Στο ιστορικό κέντρο, στην Πατησίων, στην Πειραιώς, στην Ομόνοια, στα Εξάρχεια, στην Κυψέλη, αλλά και σε πολλές συνοικίες που βρίσκονται μακριά από τις τουριστικές καρτ ποστάλ, η εικόνα είναι αποκαλυπτική: λερωμένα πεζοδρόμια, κάδοι που αναδίδουν αφόρητη δυσοσμία, ούρα, λίπη, εγκαταλειμμένα αντικείμενα, μπάζα, τρωκτικά και άνθρωποι που ζουν στον δρόμο χωρίς καμία ουσιαστική προστασία.
Δεν πρόκειται για ένα περιστασιακό πρόβλημα του καλοκαιριού. Είναι μια χρόνια αστική παρακμή, η οποία γίνεται εντονότερη όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία, περιορίζονται οι βροχές και εκατομμύρια επισκέπτες προστίθενται καθημερινά στον μόνιμο πληθυσμό.
Η ζέστη δεν δημιουργεί τη βρωμιά. Απλώς την αποκαλύπτει.
Η βιτρίνα και η πραγματική πόλη
Η Αθήνα προβάλλεται διεθνώς ως ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ευρώπης. Ξενοδοχεία, βραχυχρόνιες μισθώσεις, εστιατόρια και επενδυτικά σχέδια πολλαπλασιάζονται.
Πίσω, όμως, από τη φωτισμένη Ακρόπολη και τους ανακαινισμένους τουριστικούς δρόμους υπάρχει μια διαφορετική Αθήνα.
Υπάρχει η πόλη στην οποία ένας ξεναγός δυσκολεύεται να βρει ένα αξιοπρεπές σημείο συνάντησης για να παρουσιάσει την Αθηναϊκή Τριλογία σε ξένους επισκέπτες. Η πόλη όπου άστεγοι κοιμούνται σε κρήνες, πλατείες και σχάρες εξαερισμού. Η πόλη όπου βαριά εξαρτημένοι άνθρωποι αφήνονται να περιφέρονται ή να καταρρέουν στον δημόσιο χώρο.
Αυτές οι εικόνες δεν προσβάλλουν τους ανθρώπους που βρίσκονται σε απόγνωση. Προσβάλλουν ένα κράτος που τους εγκατέλειψε και μία διοίκηση που αποδέχθηκε την εξαθλίωση ως στοιχείο της καθημερινότητας.
Η κοινωνική δυστυχία δεν αντιμετωπίζεται με πλυστικά μηχανήματα. Όμως ούτε η καθαριότητα μπορεί να αποκατασταθεί όταν η πολιτεία αφήνει τα προβλήματα της αστεγίας, της εξάρτησης και της ψυχικής υγείας να μεταφέρονται διαρκώς από πλατεία σε πλατεία.
Δέκα εκατομμύρια τουρίστες, λιγότερο προσωπικό
Ο Δήμος Αθηναίων επικαλείται την τεράστια τουριστική πίεση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η αρμόδια αντιδήμαρχος, η πόλη αναμένεται να υποδεχθεί μέσα στο 2026 περίπου δέκα εκατομμύρια επισκέπτες.
Το μέγεθος είναι πράγματι τεράστιο. Μια ολόκληρη Ελλάδα περνάει κάθε χρόνο από μια πόλη της οποίας οι υπηρεσίες καθαριότητας διαθέτουν περιορισμένους ανθρώπινους πόρους.
Μέχρι το τέλος του έτους εκτιμάται ότι θα αποχωρήσουν λόγω συνταξιοδότησης περίπου 200 εργαζόμενοι, από ένα σύνολο 2.691 απασχολουμένων στη Διεύθυνση Καθαριότητας. Οι μόνιμοι υπάλληλοι δεν αντικαθίστανται εγκαίρως και οι συμβασιούχοι δεν μπορούν να καλύψουν όλες τις βάρδιες, τις αργίες, τα Σαββατοκύριακα και τις υπερωρίες.
Το κράτος, δηλαδή, επιδιώκει διαρκώς περισσότερους τουρίστες, περισσότερα έσοδα και περισσότερη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχη στελέχωση και χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.
Ο τουρισμός παρουσιάζεται ως εθνική επιτυχία, αλλά το κόστος του μεταφέρεται στους εργαζομένους της καθαριότητας και στους κατοίκους.
Δεν αρκεί να αδειάζουν οι κάδοι
Η αποκομιδή των απορριμμάτων είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Ακόμη και ένας άδειος κάδος μπορεί να ζέχνει, όταν δεν πλένεται και δεν απολυμαίνεται.
Η Αθήνα χρειάζεται συνεχή πλύση δρόμων, πεζοδρομίων, πλατειών, κάδων και σημείων υψηλής συγκέντρωσης. Χρειάζεται συνεργεία σε διαδοχικές βάρδιες, ειδικά στις περιοχές της εστίασης, της νυχτερινής διασκέδασης και της τουριστικής κίνησης.
Η λεγόμενη «σκληρή βρωμιά» δεν απομακρύνεται με μια απλή σκούπα. Τα λίπη, τα υγρά, τα ούρα, οι οργανικοί ρύποι και οι οσμές ποτίζουν τις πλάκες των πεζοδρομίων, το οδόστρωμα και τον αστικό εξοπλισμό.
Αν δεν υπάρχει συστηματικό πλύσιμο, η δυσοσμία παραμένει ακόμη και μετά την αποκομιδή.
Η σημερινή δημοτική αρχή επικαλείται εκατοντάδες εξορμήσεις καθαριότητας, δεκάδες χιλιάδες πλυσίματα και περισσότερα από 230.000 σημεία αποκομιδής ογκωδών αντικειμένων. Τα στοιχεία δείχνουν κινητοποίηση. Δεν ακυρώνουν, όμως, αυτό που βλέπουν και μυρίζουν οι πολίτες.
Η πραγματικότητα του δρόμου είναι ο τελικός δείκτης αξιολόγησης κάθε δημοτικής πολιτικής.
Και οι πολίτες έχουν ευθύνη
Η εικόνα της πόλης δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του δήμου.
Επαγγελματίες αφήνουν χαρτοκιβώτια έξω από τους κάδους χωρίς να τα συμπιέζουν. Ιδιοκτήτες και εργολάβοι εγκαταλείπουν μπάζα από ανακαινίσεις για να αποφύγουν το κόστος της νόμιμης απομάκρυνσής τους. Ογκώδη αντικείμενα εμφανίζονται στα πεζοδρόμια χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Σακούλες απορριμμάτων βγαίνουν στον δρόμο πολλές ώρες πριν από την αποκομιδή.
Υπάρχουν ακόμη καταγγελίες για απόρριψη οικοδομικών υλικών ακόμη και σε ρέματα.
Αυτές οι πράξεις δεν είναι απλή ασυνειδησία. Είναι αντικοινωνική και, σε αρκετές περιπτώσεις, παράνομη συμπεριφορά.
Μια οργανωμένη πόλη δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε εκκλήσεις καλής θέλησης. Απαιτούνται έλεγχοι, αξιοποίηση καμερών όπου επιτρέπεται από τη νομοθεσία, εντοπισμός των παραβατών και πραγματικά αποτρεπτικά πρόστιμα.
Όταν η παρανομία δεν έχει κόστος, γίνεται καθημερινή συνήθεια.
Ποιος έχει τελικά την ευθύνη;
Η δημοτική αρχή μπορεί να καταλογίσει ευθύνες στους κατοίκους. Η αντιπολίτευση μπορεί να καταγγείλει έλλειψη σχεδίου. Το κράτος μπορεί να επικαλείται τις αρμοδιότητες του δήμου.
Όσο όλοι μεταθέτουν την ευθύνη, η Αθήνα θα συνεχίσει να βρωμάει.
Η καθαριότητα είναι αρμοδιότητα του δήμου. Η αστεγία, η τοξικοεξάρτηση, η δημόσια ασφάλεια, η υγειονομική προστασία, η στελέχωση και η χρηματοδότηση αποτελούν όμως πεδία στα οποία η κεντρική κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής.
Δεν είναι δυνατόν η πρωτεύουσα να υποδέχεται δέκα εκατομμύρια τουρίστες και να λειτουργεί με μειούμενο προσωπικό. Δεν είναι δυνατόν οι δήμοι να εξαρτώνται από προσωρινές συμβάσεις για μια υπηρεσία που πρέπει να λειτουργεί αδιάκοπα, 365 ημέρες τον χρόνο. Δεν είναι δυνατόν άνθρωποι σε κατάσταση πλήρους εξαθλίωσης να αφήνονται στους δρόμους και μετά να αντιμετωπίζονται μόνο ως «πρόβλημα καθαριότητας».
Η δυσοσμία είναι πολιτική
Η δυσοσμία της Αθήνας δεν είναι μόνο υγειονομικό ή αισθητικό πρόβλημα. Είναι πολιτικό.
Μυρίζει εγκατάλειψη, υποστελέχωση, κρατική αδιαφορία, ελλιπή κοινωνική πολιτική και απουσία λογοδοσίας.
Μια πρωτεύουσα δεν κρίνεται μόνο από τα ξενοδοχεία, τις αφίξεις, τα επενδυτικά σχέδια και τις πληρότητες των καταλυμάτων. Κρίνεται από το αν ο κάτοικος μπορεί να περπατήσει στο πεζοδρόμιο, αν το παιδί μπορεί να παίξει σε μια καθαρή πλατεία και αν ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει το ιστορικό κέντρο χωρίς να συναντά εικόνες πλήρους διάλυσης.
Η λύση δεν βρίσκεται σε μία ακόμη «έκτακτη εξόρμηση». Χρειάζεται μόνιμο προσωπικό, συνεχές πλύσιμο, σύγχρονος εξοπλισμός, αυστηρός έλεγχος της παράνομης απόθεσης, ενισχυμένες κοινωνικές δομές και σαφής συνεργασία δήμου, κυβέρνησης και αρμόδιων υπηρεσιών.
Διαφορετικά, κάθε καλοκαίρι θα ακούμε τις ίδιες δικαιολογίες.
Θα φταίει η ζέστη, η ανομβρία, ο τουρισμός, οι πολίτες, οι εργολάβοι και οι συμβασιούχοι.
Όλοι, εκτός από εκείνους που διοικούν.

