Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί και η ανοχή απέναντι σε έναν γάμο χωρίς ουσιαστική σύνδεση μειώνεται
Για δεκαετίες έζησαν κάτω από την ίδια στέγη. Μεγάλωσαν παιδιά, αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες, έχτισαν περιουσία και μοιράστηκαν χαρές και απώλειες. Κι όμως, λίγο πριν ή ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση, αποφασίζουν να τραβήξουν διαφορετικούς δρόμους.
Πρόκειται για το φαινόμενο των λεγόμενων «γκρίζων διαζυγίων», δηλαδή των χωρισμών μεταξύ ανθρώπων ηλικίας άνω των 50 ετών. Ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια καταγράφει σημαντική αύξηση, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα διαζύγια ανθρώπων άνω των 50 διπλασιάστηκαν μεταξύ 1990 και 2010. Σήμερα, σχεδόν τέσσερα στα δέκα διαζύγια αφορούν άτομα αυτής της ηλικιακής κατηγορίας. Μάλιστα, ενώ τα ποσοστά χωρισμών υποχωρούν στις περισσότερες ηλικίες, στους ανθρώπους άνω των 65 ετών εξακολουθούν να παρουσιάζουν άνοδο.
Όταν τα παιδιά φεύγουν και μένει η σιωπή
Πολλοί γάμοι λειτουργούν επί χρόνια γύρω από τις ανάγκες των παιδιών. Το πρόγραμμα, οι υποχρεώσεις, το σχολείο, οι σπουδές και η καθημερινή φροντίδα κρατούν το ζευγάρι απασχολημένο και συχνά καλύπτουν τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί.
Όταν, όμως, τα παιδιά μεγαλώσουν και εγκαταλείψουν την οικογενειακή εστία, οι δύο σύντροφοι μένουν ξανά μόνοι. Τότε δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνειδητοποιούν ότι έχουν πάψει προ πολλού να λειτουργούν ως ζευγάρι.
Μπορεί να συνεχίζουν να συγκατοικούν, να πληρώνουν μαζί τους λογαριασμούς και να εμφανίζονται ως οικογένεια, αλλά η συναισθηματική και ερωτική σύνδεση έχει χαθεί. Ο γάμος θυμίζει περισσότερο συνεργασία ή αναγκαστική συνύπαρξη παρά ουσιαστική σχέση.
Πρόκειται για τους λεγόμενους «άδειους γάμους»: σχέσεις που διατηρούν το εξωτερικό τους περίβλημα, αλλά στο εσωτερικό τους δεν υπάρχει πλέον ζωντάνια, επικοινωνία ή κοινή επιθυμία.
Η σκέψη ότι «έχω ακόμη χρόνια μπροστά μου»
Το αυξημένο προσδόκιμο ζωής αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον γάμο μετά τα 50 ή τα 60.
Κάποτε ένας γάμος μερικών δεκαετιών θεωρούνταν σχεδόν ολόκληρη ζωή. Σήμερα, ένας άνθρωπος που φτάνει στα 60 μπορεί να υπολογίζει ότι έχει μπροστά του ακόμη 20, 30 ή και περισσότερα χρόνια.
Το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: «Θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου με αυτόν τον τρόπο;».
Όλο και περισσότεροι απαντούν αρνητικά. Δεν επιθυμούν να απαξιώσουν όσα έζησαν ούτε να διαγράψουν την κοινή τους διαδρομή. Αρνούνται, όμως, να παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε μια σχέση που έχει χάσει το νόημά της μόνο και μόνο επειδή πέρασαν πολλά χρόνια μαζί.
Οι απαιτήσεις από τον γάμο έχουν αλλάξει
Οι προηγούμενες γενιές συχνά παρέμεναν παντρεμένες για λόγους οικονομικής ασφάλειας, κοινωνικής αποδοχής ή οικογενειακής πίεσης. Το διαζύγιο, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερη ηλικία, συνοδευόταν από έντονο κοινωνικό στίγμα.
Σήμερα, ο γάμος δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομική ή οικογενειακή συμφωνία. Οι άνθρωποι ζητούν συντροφικότητα, επικοινωνία, τρυφερότητα, αναγνώριση και προσωπική ολοκλήρωση.
Η ανοχή απέναντι σε μια «μέτρια» σχέση μειώνεται. Η απλή απουσία μεγάλων συγκρούσεων δεν θεωρείται πλέον αρκετή για να χαρακτηριστεί ένας γάμος ευτυχισμένος.
Η μοναξιά, άλλωστε, δεν εμφανίζεται μόνο όταν κάποιος μένει μόνος. Μπορεί να γίνει ακόμη πιο επώδυνη όταν βιώνεται δίπλα σε έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν υπάρχει πλέον πραγματική επικοινωνία.
Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν τη ζωή τους
Ιδιαίτερα για πολλές γυναίκες, η ηλικία των 50 λειτουργεί ως περίοδος έντονου απολογισμού. Έπειτα από χρόνια κατά τα οποία φρόντιζαν τα παιδιά, τους ηλικιωμένους γονείς, το σπίτι και συχνά τον ίδιο τον σύζυγο, αρχίζουν να αναρωτιούνται ποια θέση έχουν οι δικές τους ανάγκες.
Η εμμηνόπαυση και οι σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές που τη συνοδεύουν μπορεί να ενισχύσουν αυτήν την ανάγκη επαναπροσδιορισμού. Δεν δημιουργούν από μόνες τους τα προβλήματα ενός γάμου, αλλά συχνά αφαιρούν την ανοχή απέναντι σε καταστάσεις που επί χρόνια έμεναν στο περιθώριο.
Ένα ξεχασμένο γενέθλιο, η απουσία ενδιαφέροντος ή η άνιση κατανομή των οικογενειακών ευθυνών μπορεί να λειτουργήσουν ως η τελευταία σταγόνα. Όχι επειδή αποτελούν μεμονωμένα δραματικά γεγονότα, αλλά επειδή συμπυκνώνουν χρόνια συναισθηματικής εγκατάλειψης.
Το διαζύγιο σε μεγαλύτερη ηλικία έχει βαρύ τίμημα
Η απόφαση δεν είναι εύκολη ούτε ανέξοδη. Οι άνθρωποι που χωρίζουν κοντά στη συνταξιοδότηση έχουν συνήθως κοινή περιουσία, τραπεζικές υποχρεώσεις, συνταξιοδοτικά δικαιώματα και ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα χτισμένο πάνω σε δύο εισοδήματα.
Η διάλυση αυτού του συστήματος μπορεί να προκαλέσει σημαντική οικονομική ανασφάλεια. Παράλληλα, η ψυχολογική προσαρμογή είναι συχνά δυσκολότερη, καθώς τελειώνει μια σχέση που αποτελούσε βασικό κομμάτι της ταυτότητας των δύο ανθρώπων επί δεκαετίες.
Ορισμένα ζευγάρια επιλέγουν να χωρίσουν χωρίς να εκδώσουν διαζύγιο. Ζουν σε διαφορετικά σπίτια και οργανώνουν χωριστά την καθημερινότητά τους, διατηρώντας όμως τον νομικό γάμο για οικονομικούς ή πρακτικούς λόγους.
Η ζωή μετά τον χωρισμό
Οι διαδικτυακές γνωριμίες έχουν δημιουργήσει νέες δυνατότητες και για τις μεγαλύτερες ηλικίες. Ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων άνω των 60 ετών έχει χρησιμοποιήσει εφαρμογές γνωριμιών, αναζητώντας μια νέα σχέση ή απλώς ανθρώπινη επαφή.
Ωστόσο, η δημιουργία ενός νέου δεσμού δεν αποτελεί προτεραιότητα για όλους. Αρκετές γυναίκες, κυρίως, δεν επιθυμούν να ξαναπαντρευτούν. Αναζητούν ανεξαρτησία, φιλίες, ταξίδια και μια καθημερινότητα που θα διαμορφώνουν οι ίδιες.
Το «γκρίζο διαζύγιο» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο γάμος υπήρξε αποτυχημένος. Μπορεί να ήταν μια σχέση που ολοκλήρωσε τον κύκλο της, αφού πρόσφερε αγάπη, οικογένεια και κοινές εμπειρίες.
Σημαίνει, όμως, ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν θεωρούν πλέον υποχρεωτικό να περάσουν την τελευταία πράξη της ζωής τους μέσα σε μια σχέση που υπάρχει μόνο από συνήθεια. Γιατί τελικά το πραγματικό δίλημμα δεν είναι πάντοτε αν αντέχεις να φύγεις. Είναι αν αντέχεις να μείνεις.

