Ο Κωνσταντίνος Τασούλας, τα προνόμια του 1430 και μια φράση που δεν αρμόζει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια δημόσια ομιλία δεν χρειάζεται ούτε ερμηνευτές ούτε πολιτικούς αντιπάλους για να καταρρεύσει. Αρκούν οι ίδιες οι λέξεις της.
Αυτό ακριβώς συνέβη στα εγκαίνια του αποκατεστημένου Τζαμιού της Καλούτσιανης στα Ιωάννινα, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας επιχείρησε να περιγράψει την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς το 1430.
Η επίμαχη αποστροφή δεν αποτελεί κατασκευή, υπερβολή ή κακόβουλη μεταφορά τρίτου. Είναι αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρίας της Δημοκρατίας:
«Τα Ιωάννινα πέρασαν αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς και οι Γιαννιώτες φρόντισαν, αυτά, να τα αποφύγουν και τα απέφυγαν και πήραν προνόμια».
Το ιστορικό γεγονός είναι γνωστό. Μετά την αιματηρή άλωση της Θεσσαλονίκης, οι άρχοντες και ο μητροπολίτης των Ιωαννίνων συμφώνησαν την παράδοση της πόλης στον Σινάν Πασά, εξασφαλίζοντας περιουσιακά και εκκλησιαστικά προνόμια για τους κατοίκους. Ήταν μια απόφαση που ελήφθη υπό την άμεση απειλή της οθωμανικής στρατιωτικής ισχύος και με νωπές τις ειδήσεις για σφαγές και εξανδραποδισμούς.
Άλλο, όμως, η ιστορική καταγραφή μιας αναγκαστικής επιλογής επιβίωσης και άλλο η παρουσίασή της, από τα χείλη του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα, ως συλλογικού «μαθήματος».
Ποιοι ακριβώς «διδαχθήκαμε», κύριε Πρόεδρε;
Η λέξη που προκαλεί δεν είναι το «αναίμακτα». Ούτε μπορεί κανείς να κατηγορήσει τους πολιορκημένους Γιαννιώτες επειδή προσπάθησαν να σώσουν τις ζωές, τις οικογένειες και τις εκκλησίες τους.
Η λέξη που αλλάζει ολόκληρο το νόημα είναι το «διδαχθήκαμε».
Ποιοι «διδαχθήκαμε»; Οι Έλληνες; Το έθνος; Η σημερινή Δημοκρατία; Και ποιο υποτίθεται ότι είναι το δίδαγμα; Ότι, όταν ο κατακτητής απειλεί με σφαγές και δουλεία, η συνετή επιλογή είναι η παράδοση με αντάλλαγμα ορισμένα προνόμια;
Με αυτή τη λογική, θα έπρεπε να εγκαλέσουμε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επειδή δεν ακολούθησε το «παράδειγμα» των Ιωαννίνων. Θα έπρεπε να μεμφθούμε όσους αντιστάθηκαν, επειδή δεν διαπραγματεύτηκαν εγκαίρως τους όρους της υποταγής τους. Θα έπρεπε, τελικά, να ξαναγράψουμε ολόκληρη την Ιστορία με κριτήριο όχι την ελευθερία, αλλά την αποφυγή του κόστους.
Αυτό δεν είναι ιστορική ψυχραιμία. Είναι μια βαθιά προβληματική πολιτική διατύπωση.
Κανείς δεν ζητά να γκρεμιστούν τα οθωμανικά μνημεία ή να διαγραφούν οι αιώνες της οθωμανικής παρουσίας. Η αποκατάσταση και η ανάδειξή τους αποτελούν υποχρέωση ενός σύγχρονου κράτους που δεν φοβάται την Ιστορία του. Τα μνημεία πρέπει να προστατεύονται, να μελετώνται και να παρουσιάζονται με ακρίβεια.
Όμως άλλο ο σεβασμός στα μνημεία και άλλο ο εξωραϊσμός της κατάκτησης. Άλλο η διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και άλλο η μετατροπή μιας παράδοσης υπό απειλή σε υπόδειγμα πολιτικής σωφροσύνης.
Η Ιστορία δεν είναι τελετουργικό ντεκόρ
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι ένας τυχαίος ομιλητής σε μια τοπική εκδήλωση. Εκπροσωπεί θεσμικά τη χώρα και ο λόγος του έχει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Γι’ αυτό και κάθε λέξη του για την κατάκτηση, την αντίσταση, την ελευθερία και την εθνική μνήμη οφείλει να είναι μετρημένη.
Η ομιλία στα Ιωάννινα θα μπορούσε να εξηγήσει ότι οι κάτοικοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα τραγικό δίλημμα. Θα μπορούσε να τιμήσει τη σωτηρία του πληθυσμού χωρίς να εξαγνίσει τον κατακτητή. Θα μπορούσε να αναδείξει τα μνημεία χωρίς να παρουσιάσει την οθωμανική επικράτηση ως περίπου ομαλή ιστορική μετάβαση.
Αντί γι’ αυτό, ακούσαμε ότι «διδαχθήκαμε» από τις σφαγές της Θεσσαλονίκης και φροντίσαμε να τις αποφύγουμε. Σαν οι σφαγές να ήταν συνέπεια ενός λάθους των θυμάτων. Σαν ο φόβος του εξανδραποδισμού να ήταν ένα χρήσιμο μάθημα πολιτικού ρεαλισμού. Σαν τα προνόμια που παραχωρεί ο κατακτητής να μπορούν να παρουσιαστούν ως επιτυχία αποκομμένη από την απώλεια της ελευθερίας.
Αυτό είναι το πραγματικό Βατερλώ της συγκεκριμένης ομιλίας. Όχι τα εγκαίνια ενός τζαμιού, ούτε η προστασία ενός οθωμανικού μνημείου, αλλά η αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στην ιστορική εξήγηση και στη θεσμική δικαιολόγηση.
Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, σχολιάζοντας τη φράση, έθεσε με δηκτική ειρωνεία το αυτονόητο: τι κρίμα που ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Κωνσταντινούπολη δεν είχαν διδαχθεί από αυτή τη «λογική», ώστε να αποφύγουν όσα υπέστησαν.
Η ειρωνεία πονά επειδή αποκαλύπτει το αδιέξοδο της προεδρικής διατύπωσης. Η αντίσταση δεν κρίνεται εκ των υστέρων με λογιστικό πίνακα θυμάτων και προνομίων. Και η υποταγή, ακόμη όταν αποτελεί τραγική και κατανοητή επιλογή επιβίωσης, δεν μετατρέπεται σε εθνικό μάθημα.
Τα μνημεία οφείλουμε να τα αποκαθιστούμε. Την Ιστορία, όμως, οφείλουμε να μην την αποκαθιστούμε στα μέτρα της εκάστοτε τελετής.
Γιατί όταν ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας μιλά για την παράδοση στον κατακτητή ως «δίδαγμα», το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο παρελθόν.
Βρίσκεται απολύτως στο παρόν.

