Της αποδίδεται υποστηρικτικός ρόλος στη φονική επίθεση του 2010 – Η ίδια δηλώνει αθώα και αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή
Στην Ελλάδα επέστρεψε αργά το βράδυ της Πέμπτης 6 Αυγούστου, με πτήση από τη Μεγάλη Βρετανία, η 46χρονη Ελένη Αργυρίου, η οποία κατηγορείται για εμπλοκή στον φονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου, στις 5 Μαΐου 2010.
Η άφιξή της στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» πραγματοποιήθηκε περίπου στις 22:30, υπό τη συνοδεία κλιμακίου της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Οι αστυνομικοί είχαν μεταβεί στη Βρετανία προκειμένου να ολοκληρώσουν τη διαδικασία παραλαβής και μεταφοράς της στην Ελλάδα.
Η 46χρονη οδηγήθηκε στα κρατητήρια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, όπου παρέμεινε τη νύχτα. Την Παρασκευή 7 Αυγούστου αναμένεται να μεταφερθεί στην Εισαγγελία για την εκτέλεση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης και στη συνέχεια ενώπιον της ανακρίτριας που χειρίζεται την υπόθεση.
Ο ρόλος που της αποδίδουν οι Αρχές
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στην 46χρονη αποδίδεται υποστηρικτικός και όχι άμεσα εκτελεστικός ρόλος στην ομάδα που φέρεται να πραγματοποίησε την επίθεση.
Οι Αρχές υποστηρίζουν ότι έχει καταγραφεί σε οπτικό υλικό από την ημέρα του εμπρησμού, με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά της, να βρίσκεται κοντά στα άτομα που έσπασαν την τζαμαρία και έριξαν στο εσωτερικό της τράπεζας βόμβες μολότοφ και εύφλεκτο υγρό.
Κατά την αστυνομική εκδοχή, η ομάδα που κινήθηκε προς το υποκατάστημα είχε οργανωμένη κατανομή ρόλων. Άλλα μέλη φέρεται να είχαν αναλάβει τη θραύση του υαλοπίνακα και τη ρίψη των εμπρηστικών μηχανισμών, ενώ άλλα παρείχαν προστασία και γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη.
Πρόκειται, πάντως, για κατηγορίες που θα εξεταστούν από τη Δικαιοσύνη. Η 46χρονη αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή, δηλώνει αθώα και έχει υποστηρίξει ότι επιθυμεί να δώσει εξηγήσεις ενώπιον των ελληνικών δικαστικών Αρχών.
Η σύλληψη στη Βρετανία
Η Ελένη Αργυρίου ζούσε τα τελευταία έξι χρόνια στο Μπράιτον, όπου έχει δημιουργήσει οικογένεια και έχει αποκτήσει δύο παιδιά.
Συνελήφθη από τις βρετανικές Αρχές στις 13 Ιουλίου, μετά την ενεργοποίηση της διεθνούς αναζήτησής της. Ακολούθησε η προβλεπόμενη διαδικασία έκδοσης, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου του Γουέστμινστερ φέρεται να συναίνεσε στην επιστροφή της στην Ελλάδα.
Η ίδια είχε προηγουμένως επικοινωνήσει με τις ελληνικές Αρχές, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με την επίθεση και ότι επιθυμεί να συνεργαστεί με τη Δικαιοσύνη.
Η ψηφιακή ανάλυση που άνοιξε ξανά τον φάκελο
Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο 16 χρόνια μετά την τραγωδία, ύστερα από την αξιοποίηση νέων πληροφοριών και την επανεξέταση παλαιού φωτογραφικού και βιντεοληπτικού υλικού.
Τα εγκληματολογικά εργαστήρια εφάρμοσαν προηγμένες μεθόδους ψηφιακής ανάλυσης και αλγοριθμικής επεξεργασίας για τη βελτίωση της ευκρίνειας των εικόνων. Εξετάστηκαν μορφολογικά χαρακτηριστικά, ρουχισμός και προσωπικά αντικείμενα, όπως παπούτσια, καπέλα και σακίδια.
Η Ελληνική Αστυνομία έχει ανακοινώσει ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία προέκυψε συσχέτιση προσώπων και αντικειμένων με το υλικό της ημέρας της επίθεσης. Ωστόσο, η τελική αξιολόγηση των στοιχείων ανήκει αποκλειστικά στις δικαστικές Αρχές.
Προφυλακισμένοι οι δύο συγκατηγορούμενοι
Για την ίδια υπόθεση έχουν ήδη συλληφθεί και προφυλακιστεί δύο 42χρονοι άνδρες.
Στον έναν αποδίδεται συντονιστικός ρόλος, ενώ ο δεύτερος φέρεται, σύμφωνα με τη δικογραφία, να έσπασε την τζαμαρία του υποκαταστήματος ώστε να ριχθούν στο εσωτερικό οι εμπρηστικοί μηχανισμοί. Οι δύο άνδρες κρατούνται στις φυλακές Μαλανδρίνου και Ναυπλίου.
Η επίθεση της 5ης Μαΐου 2010 στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η έρευνα περνά σε μια νέα και κρίσιμη δικαστική φάση.
Το ζητούμενο παραμένει διπλό: να αποδοθούν ευθύνες σε όσους πραγματικά συμμετείχαν στο έγκλημα, αλλά και να προστατευτεί στην πράξη το τεκμήριο αθωότητας όλων των κατηγορουμένων μέχρι την τελεσίδικη κρίση της Δικαιοσύνης.

