Από τον Αριστοτέλη μέχρι τους σύγχρονους αλγορίθμους, οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν είναι πολυτέλεια του παρελθόντος, αλλά όρος για να παραμείνει η πρόοδος ανθρώπινη
Η εποχή μας παράγει περισσότερη πληροφορία από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Ένα κινητό τηλέφωνο προσφέρει μέσα σε δευτερόλεπτα πρόσβαση σε βιβλιοθήκες, επιστημονικές μελέτες, εικόνες, χάρτες και εργαλεία που πριν από λίγες δεκαετίες θα έμοιαζαν αδιανόητα. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ήδη να συντάξει κείμενα, να αναλύσει δεδομένα, να δημιουργήσει εικόνες και να προτείνει λύσεις.
Κι όμως, όσο αυξάνεται η υπολογιστική μας δύναμη, τόσο επιτακτικότερο γίνεται ένα παλαιό ερώτημα: γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε με όσα μπορούμε πλέον να κάνουμε;
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη επιστροφή της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών. Όχι ως νοσταλγία για έναν εξιδανικευμένο αρχαίο κόσμο, ούτε ως άρνηση της τεχνολογικής προόδου, αλλά ως αναγκαία άμυνα απέναντι στην ιδέα ότι κάθε ανθρώπινο πρόβλημα είναι απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα που περιμένει έναν καλύτερο αλγόριθμο.
Ο Αριστοτέλης δεν μιλούσε για πληροφορία, αλλά για χαρακτήρα
Πριν από περίπου 2.350 χρόνια, ο Αριστοτέλης διατύπωσε στα «Ηθικά Νικομάχεια» μια θέση που παραμένει εκπληκτικά επίκαιρη: η ηθική αρετή δεν αποκτάται απλώς επειδή κάποιος γνωρίζει το σωστό. Καλλιεργείται με τον εθισμό, με τη σταθερή επανάληψη πράξεων που διαμορφώνουν σταδιακά τον χαρακτήρα.
Με απλά λόγια, δεν γινόμαστε δίκαιοι διαβάζοντας μόνο για τη δικαιοσύνη. Γινόμαστε δίκαιοι όταν συνηθίζουμε να πράττουμε δίκαια. Δεν αποκτούμε εγκράτεια αποστηθίζοντας έναν ορισμό, αλλά μαθαίνοντας να ελέγχουμε τις επιλογές μας. Δεν γινόμαστε θαρραλέοι επειδή αναγνωρίζουμε θεωρητικά το θάρρος, αλλά επειδή στεκόμαστε σωστά όταν έρχεται η δύσκολη στιγμή.
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στη γνώση και στη διαμόρφωση χαρακτήρα είναι κρίσιμη σήμερα. Η τεχνολογία μπορεί να μας προσφέρει απαντήσεις, αλλά δεν μπορεί να ζήσει στη θέση μας τις συνέπειές τους. Μπορεί να προτείνει μια απόφαση, δεν μπορεί όμως να αναλάβει την ηθική ευθύνη για αυτήν. Μπορεί να μιμηθεί τη γλώσσα της ενσυναίσθησης, αλλά δεν βιώνει τον πόνο, την απώλεια, την ενοχή ή το καθήκον.
Η πρόοδος δεν είναι συνώνυμη της σοφίας
Συχνά μπερδεύουμε την τεχνική εξέλιξη με την ανθρώπινη πρόοδο. Επειδή ένα σύστημα είναι ταχύτερο, θεωρούμε ότι είναι και δικαιότερο. Επειδή μια διαδικασία αυτοματοποιείται, υποθέτουμε ότι γίνεται ουδέτερη. Επειδή ένας αλγόριθμος επεξεργάζεται εκατομμύρια δεδομένα, του αποδίδουμε κρίση που στην πραγματικότητα δεν διαθέτει.
Οι αλγόριθμοι, όμως, δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Σχεδιάζονται από ανθρώπους, εκπαιδεύονται σε υλικό που δημιούργησαν κοινωνίες με ανισότητες και χρησιμοποιούνται μέσα σε οικονομικά και πολιτικά συστήματα με συγκεκριμένες προτεραιότητες. Μπορούν να αναπαράγουν προκαταλήψεις, να ενισχύσουν αποκλεισμούς ή να ντύσουν μια άδικη απόφαση με το κύρος της «αντικειμενικής» μηχανής.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στους μηχανικούς, όπως και η συζήτηση για την υγεία δεν ανήκει μόνο στα λογιστικά φύλλα των διοικήσεων. Χρειάζεται φιλοσοφία για να ορίσει τα όρια, ιστορία για να αναγνωρίσει παλαιά λάθη με νέα μορφή, νομική σκέψη για να προστατεύσει δικαιώματα, κοινωνιολογία για να εξετάσει ποιος ωφελείται και ποιος μένει πίσω, λογοτεχνία για να κρατήσει ζωντανή την ικανότητά μας να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου.
Το σχολείο δεν πρέπει να γίνει φροντιστήριο χρήσης εργαλείων
Η εκπαίδευση έχει ήδη αρχίσει να πιέζεται προς μια στενά χρηστική κατεύθυνση: περισσότερες ψηφιακές δεξιότητες, περισσότερη εξοικείωση με εργαλεία, περισσότερη προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Δεν είναι, όμως, αρκετά.
Ένας νέος άνθρωπος πρέπει ασφαλώς να γνωρίζει πώς λειτουργεί η τεχνολογία. Πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να ελέγξει μια πηγή, να αναγνωρίσει μια λογική πλάνη, να αντισταθεί στη χειραγώγηση, να κατανοήσει την ιστορική προέλευση μιας σύγκρουσης και να διακρίνει το νόμιμο από το δίκαιο. Πρέπει να μάθει όχι μόνο πώς να χρησιμοποιεί ένα εργαλείο, αλλά και πότε δεν πρέπει να το χρησιμοποιήσει.
Η ίδια η σύγχρονη έρευνα για την εκπαίδευση δείχνει ότι η επιτυχής ολοκλήρωση μιας εργασίας με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με μάθηση. Όταν ο μαθητής παραδίδει τη σκέψη του στο εργαλείο, μπορεί να παράγει καλύτερο αποτέλεσμα χωρίς να έχει αναπτύξει την ικανότητα που απαιτούσε η εργασία. Η επίδοση βελτιώνεται, αλλά ο άνθρωπος μένει στάσιμος.
Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: όχι να γίνουν οι μηχανές πιο έξυπνες, αλλά να συνηθίσουμε εμείς να σκεφτόμαστε λιγότερο.
Οι καθημερινές συνήθειες είναι το νέο πεδίο της ηθικής
Η αριστοτελική σκέψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη όταν εφαρμοστεί στην ψηφιακή καθημερινότητα. Ο χαρακτήρας μας δεν διαμορφώνεται μόνο από τις μεγάλες αποφάσεις, αλλά και από τις μικρές επαναλαμβανόμενες επιλογές: τι διαβάζουμε, τι κοινοποιούμε, πόσο εύκολα προσβάλλουμε, αν ελέγχουμε μια πληροφορία πριν τη διαδώσουμε, αν ακούμε μια αντίθετη άποψη ή κλεινόμαστε σε έναν κύκλο επιβεβαίωσης.
Κάθε κλικ είναι μικρό, αλλά η συνήθεια που δημιουργεί δεν είναι. Αν συνηθίσουμε στην άμεση επιβράβευση, στην οργή των λίγων δευτερολέπτων και στην έτοιμη απάντηση, σταδιακά χάνουμε την υπομονή που απαιτεί η σκέψη. Αν αναθέτουμε διαρκώς τη μνήμη, τη γραφή και την κρίση μας σε μηχανές, κινδυνεύουμε να γίνουμε αποτελεσματικοί χρήστες αλλά πιο αδύναμοι πολίτες.
Οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν προσφέρουν ένα μαγικό αντίδοτο. Προσφέρουν όμως κάτι που καμία αναβάθμιση λογισμικού δεν εγγυάται: εξάσκηση στην αμφιβολία, στην ερμηνεία, στον διάλογο και στην ευθύνη.
Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη τεχνολογία – Χρειαζόμαστε περισσότερο άνθρωπο
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Αριστοτέλης ή τεχνητή νοημοσύνη». Μια κοινωνία που θα αρνηθεί την τεχνολογία θα μείνει πίσω. Μια κοινωνία, όμως, που θα εγκαταλείψει την ανθρωπιστική παιδεία θα προχωρά γρήγορα χωρίς να γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει.
Χρειαζόμαστε επιστήμονες που κατανοούν τις κοινωνικές συνέπειες των εφαρμογών τους, εκπαιδευτικούς που χρησιμοποιούν τα νέα εργαλεία χωρίς να παραδίδουν σε αυτά τον ρόλο τους, πολιτικούς που δεν κρύβουν τις αποφάσεις τους πίσω από αλγορίθμους και πολίτες που δεν συγχέουν την πληροφορία με την αλήθεια.
Η τεχνολογική ισχύς απαντά στο «τι μπορούμε να κάνουμε». Η φιλοσοφία, η ιστορία, η λογοτεχνία και η ηθική επιμένουν στο δυσκολότερο ερώτημα: «τι αξίζει να κάνουμε;»
Αν δεν επαναφέρουμε αυτό το ερώτημα στο σχολείο, στην πολιτική και στην καθημερινή ζωή, τότε ο κίνδυνος δεν είναι να μας κυβερνήσουν κάποτε οι μηχανές. Είναι να έχουμε ήδη παραιτηθεί μόνοι μας από την ευθύνη να κυβερνούμε τον εαυτό μας.

