Ακυρώθηκαν οι άδειες και οι πιστοποιήσεις τριών ιδρυμάτων λόγω σοβαρών ελλείψεων στη διαδικασία αξιολόγησης – Αγώνας δρόμου για να κατοχυρωθεί η πρώτη χρονιά και να μη χαθεί το νέο ακαδημαϊκό έτος
Σε αγώνα δρόμου έχει επιδοθεί το υπουργείο Παιδείας μετά τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωσαν τις άδειες λειτουργίας και τις πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών τριών μη κρατικών πανεπιστημίων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον σε μια διοικητική ή νομική αντιπαράθεση. Αφορά άμεσα περίπου 600 φοιτητές που ολοκλήρωσαν το πρώτο έτος σπουδών τους και τώρα περιμένουν να μάθουν με ποιον τρόπο θα κατοχυρωθεί η χρονιά τους.
Την ίδια ώρα, αβεβαιότητα προκαλείται και για την έναρξη του επόμενου ακαδημαϊκού έτους, καθώς το υπουργείο Παιδείας και η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης καλούνται να διορθώσουν άμεσα τις ελλείψεις που εντόπισε το ανώτατο δικαστήριο και να επαναλάβουν κρίσιμα στάδια της διαδικασίας.
Οι ακυρωτικές αποφάσεις αφορούν το Keele University, το οποίο λειτουργεί σε συνεργασία με το Μητροπολιτικό Κολλέγιο στην Αθήνα, το University of York μέσω του City College στη Θεσσαλονίκη και το The Open University μέσω του Anatolia College, επίσης στη Θεσσαλονίκη.
Δεν ακυρώθηκε ο νόμος – Ακυρώθηκαν συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις
Η νέα εξέλιξη δεν σημαίνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό το νομοθετικό πλαίσιο για τα μη κρατικά ΑΕΙ.
Η συνταγματικότητα του νόμου 5094/2024 είχε ήδη επιβεβαιωθεί από την Ολομέλεια του δικαστηρίου. Οι νεότερες αποφάσεις αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν και αδειοδοτήθηκαν συγκεκριμένα ιδρύματα.
Πρόκειται για ουσιώδη διάκριση. Το θεσμικό πλαίσιο παραμένει όρθιο, όμως η εφαρμογή του εμφάνισε σοβαρές αδυναμίες. Και όταν μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση στηρίζεται σε διοικητικές διαδικασίες που δεν αντέχουν στον δικαστικό έλεγχο, το πρόβλημα δεν είναι τυπικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό.
Οι ελλείψεις που οδήγησαν στην ακύρωση
Το ΣτΕ εντόπισε προβλήματα σε τρία διαφορετικά επίπεδα.
Σε δύο περιπτώσεις υπήρχαν εκκρεμότητες σχετικά με τις κτιριακές υποδομές. Ο αρμόδιος οργανισμός δεν είχε βεβαιώσει με τον απαιτούμενο τρόπο ότι τα ιδρύματα συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις που είχαν λάβει για τις αναγκαίες βελτιώσεις.
Σε άλλη περίπτωση προέκυψε ζήτημα με τη σύνθεση της επιτροπής αξιολόγησης, καθώς σε αυτή συμμετείχε πανεπιστημιακός του εξωτερικού που είχε αποφοιτήσει από εκπαιδευτική μονάδα συνδεδεμένη με το υπό αξιολόγηση ίδρυμα. Η σχέση αυτή κρίθηκε ασύμβατη με τις εγγυήσεις αμεροληψίας που πρέπει να συνοδεύουν μια διαδικασία πιστοποίησης.
Το σοβαρότερο πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στο ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τις αποφάσεις, τα κριτήρια για την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών δεν είχαν εξειδικευθεί επαρκώς, ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά. Με άλλα λόγια, η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχουν καθοριστεί με την απαιτούμενη σαφήνεια οι συγκεκριμένοι δείκτες και οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούν τα προγράμματα.
Οι κτιριακές παραλείψεις και το ζήτημα της επιτροπής μπορούν να αντιμετωπιστούν με νέες βεβαιώσεις και διαφορετική σύνθεση. Η ανεπάρκεια των κριτηρίων πιστοποίησης, όμως, αγγίζει ολόκληρο τον μηχανισμό αξιολόγησης και υποχρεώνει την ΕΘΑΑΕ να ξαναγράψει το πλαίσιο πριν επανεξετάσει τα προγράμματα.
Η ΕΘΑΑΕ επικαλείται την ευρωπαϊκή πρακτική
Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης υποστηρίζει ότι εφάρμοσε στα μη κρατικά ιδρύματα το ίδιο πρότυπο που χρησιμοποιείται για τα δημόσια πανεπιστήμια και ότι η μεθοδολογία της ακολουθεί την ευρωπαϊκή πρακτική, η οποία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ποιοτική αξιολόγηση.
Αυτός ο αντίλογος ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση. Αν τα ίδια κριτήρια χρησιμοποιούνται σε δημόσια και μη κρατικά ΑΕΙ, πρέπει να αποσαφηνιστεί εάν η δικαστική κρίση επηρεάζει μόνο τη διαδικασία που προβλέφθηκε για τα νέα ιδρύματα ή αν αποκαλύπτει γενικότερο κενό στον τρόπο πιστοποίησης των πανεπιστημιακών προγραμμάτων.
Το βέβαιο είναι ότι η επίκληση της ευρωπαϊκής πρακτικής δεν αρκεί από μόνη της. Η διοίκηση οφείλει να εφαρμόζει με ακρίβεια τον ελληνικό νόμο και να θεμελιώνει τις αποφάσεις της σε σαφή, ελέγξιμα και προκαθορισμένα κριτήρια.
Αναθεώρηση έντεκα κριτηρίων και νέα αξιολόγηση
Το υπουργείο Παιδείας έχει δεσμευτεί ότι η αναθεώρηση του προτύπου πιστοποίησης θα ολοκληρωθεί άμεσα. Η ΕΘΑΑΕ καλείται να εξειδικεύσει τα έντεκα κριτήρια αξιολόγησης, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του νόμου και ταυτόχρονα να παραμένουν συμβατά με τις ευρωπαϊκές αρχές διασφάλισης ποιότητας.
Μόλις ολοκληρωθεί η αναθεώρηση, τα προγράμματα σπουδών των τριών ιδρυμάτων θα πρέπει να επαναξιολογηθούν. Παράλληλα, απαιτούνται νέες ενέργειες για τις κτιριακές προϋποθέσεις και για τη νόμιμη συγκρότηση των επιτροπών.
Το χρονοδιάγραμμα είναι εξαιρετικά πιεστικό. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έδωσε ειδική προθεσμία συμμόρφωσης, γεγονός που σημαίνει ότι η διοίκηση πρέπει να κινηθεί χωρίς καθυστέρηση.
Αβεβαιότητα και για τα επτά νέα ιδρύματα
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στα τρία πανεπιστήμια που ήδη λειτούργησαν.
Επτά ακόμη μη κρατικά ΑΕΙ έχουν λάβει άδεια για το ακαδημαϊκό έτος 2026–2027. Τα συγκεκριμένα ιδρύματα αξιολογήθηκαν με το ίδιο πλαίσιο κριτηρίων που τώρα πρέπει να αναθεωρηθεί, ενώ έχουν ήδη κατατεθεί αιτήσεις ακύρωσης και κατά των νέων αδειών.
Ακόμη και αν η ΕΘΑΑΕ ολοκληρώσει γρήγορα τις αναγκαίες αλλαγές, θεωρείται δύσκολο να επαναξιολογηθούν εγκαίρως όλα τα προγράμματα ώστε τα μαθήματα να ξεκινήσουν κανονικά τον Οκτώβριο. Η προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί στα τρία ιδρύματα που έχουν ήδη φοιτητές και μία ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή χρονιά πίσω τους.
Το Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας δεν περιλαμβάνεται στις τρεις άδειες που ακυρώθηκαν. Η αίτηση που είχε αρχικά στραφεί και εναντίον του δεν διατηρήθηκε, λόγω της αναγνώρισης του ιδρύματος από την αρμόδια κυπριακή αρχή.
Το μπαλάκι των ευθυνών δεν προστατεύει τους φοιτητές
Στο παρασκήνιο έχει ξεκινήσει ήδη η αναζήτηση ευθυνών ανάμεσα στο υπουργείο Παιδείας και την ΕΘΑΑΕ. Από τη μία πλευρά επισημαίνεται η ανεξαρτησία της Αρχής και η ευθύνη της για τις αποφάσεις πιστοποίησης. Από την άλλη, προβάλλονται οι ελλείψεις προσωπικού και πόρων, καθώς και η ανάγκη να ακολουθούνται κοινές ευρωπαϊκές προδιαγραφές.
Για τους φοιτητές και τις οικογένειές τους, όμως, η μεταφορά ευθυνών από γραφείο σε γραφείο δεν αποτελεί απάντηση.
Η Πολιτεία αδειοδότησε τα ιδρύματα, επέτρεψε να εγγραφούν φοιτητές και άφησε να ολοκληρωθεί ένα ακαδημαϊκό έτος. Τώρα έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει ότι οι νέοι αυτοί δεν θα πληρώσουν τα λάθη, τις παραλείψεις ή τις ασάφειες των αρμόδιων φορέων.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα θα διορθωθούν τα κριτήρια. Είναι πώς εγκρίθηκε εξαρχής η λειτουργία πανεπιστημίων χωρίς οι διοικητικές πράξεις και το σύστημα πιστοποίησης να έχουν θωρακιστεί επαρκώς απέναντι στον δικαστικό έλεγχο.

