Τιγκράν Γκαλουμιάν – Αναλυτής
Άρθρο γνώμης
Οι ελληνοαρμενικές σχέσεις αποτελούν διαχρονικά ένα ξεχωριστό κεφάλαιο
της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δύο λαοί με βαθιές ιστορικές και
πολιτιστικές ρίζες, κοινές εμπειρίες και ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης έχουν
οικοδομήσει μια σχέση εμπιστοσύνης που υπερβαίνει τις συνήθεις
διπλωματικές επαφές. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ωστόσο, αυτή η ιστορική
φιλία αποκτά ακόμη πιο ουσιαστικό περιεχόμενο και ολοένα μεγαλύτερη
στρατηγική σημασία.
Η σημερινή δυναμική δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν. Ήδη από την
εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων το 1992, οι δύο χώρες ανέπτυξαν στενή
συνεργασία. Η Συμφωνία Φιλίας και Συνεργασίας του 1996, οι συμφωνίες
στον αμυντικό και οικονομικό τομέα και οι διαδοχικές επισκέψεις Προέδρων
της Δημοκρατίας, υπουργών και κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών
διαμόρφωσαν στέρεες βάσεις. Η τελευταία πενταετία αποτελεί επομένως
συνέχεια αυτής της διαδρομής, με ενίσχυση της διπλωματικής κινητικότητας
και διεύρυνση της συνεργασίας σε νέους τομείς.
Από το 2021 έως σήμερα, η Ελλάδα υποδέχθηκε τον Πρωθυπουργό της
Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Βαχάγκν
Χατσατουριάν, τον Πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης Άλεν Σιμονιάν, καθώς και
υπουργούς Εξωτερικών, Άμυνας και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους.
Αντίστοιχα, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι επισκέψεις των Γιώργου Γεραπετρίτη
και Νίκου Δένδια στο Ερεβάν το 2024.
Η θεσμική αυτή κινητικότητα αποτυπώνεται και σε συγκεκριμένα
αποτελέσματα. Την περίοδο 2023–2026 υπογράφηκαν τουλάχιστον 11 διμερή
κείμενα συνεργασίας, μεταξύ των οποίων συμφωνίες και μνημόνια για την
άμυνα, τις επενδύσεις, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την ψηφιακή
διακυβέρνηση και την πανεπιστημιακή συνεργασία. Πρόκειται για σημαντική
διεύρυνση της ήδη υπάρχουσας συμβατικής βάσης, με ιδιαίτερη έμφαση σε
τομείς που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των δύο χωρών.
Σημαντικά είναι και τα οικονομικά στοιχεία. Σύμφωνα με το Υπουργείο
Εξωτερικών της Αρμενίας, το διμερές εμπόριο αγαθών αυξήθηκε από 21,6
εκατομμύρια δολάρια το 2021 σε 53,2 εκατομμύρια το 2025, καταγράφοντας
συνολική αύξηση περίπου 146%. Παρά τις διακυμάνσεις των ενδιάμεσων
ετών, η μεταβολή αυτή είναι αξιοσημείωτη. Ταυτόχρονα, το ύψος των
συναλλαγών δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης,
ιδιαίτερα στην ενέργεια, στην αγροδιατροφή, στον τουρισμό, στις κατασκευές
και στις νέες τεχνολογίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η θητεία του Πρέσβη της Αρμενίας στην
Ελλάδα, Τιγκράν Μκρτσιάν, από το 2021, συμπίπτει με μια περίοδο ιδιαίτερα
ενεργής και πολυδιάστατης διπλωματικής παρουσίας. Η συστηματική
επικοινωνία της Πρεσβείας με κυβερνητικούς και κοινοβουλευτικούς
παράγοντες, την τοπική αυτοδιοίκηση, την επιχειρηματική και ακαδημαϊκή
κοινότητα, καθώς και η ανάδειξη της πολιτιστικής διπλωματίας, συνθέτουν μια
δραστηριότητα που συμβάλλει στη διατήρηση και εμβάθυνση των διμερών
δεσμών.
Η στρατηγική διάσταση αυτής της συνεργασίας γίνεται πλέον περισσότερο
εμφανής. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του
ΝΑΤΟ, μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή προσέγγιση
της Αρμενίας, ενώ η εμβάθυνση των σχέσεων με το Ερεβάν ενισχύει την
ελληνική παρουσία στον Νότιο Καύκασο. Η αμυντική συνεργασία, ο πολιτικός
διάλογος και η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο προσδίδουν στη σχέση αυτή
ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Παρά τη θετική πορεία, η επόμενη περίοδος προσφέρει ευκαιρίες για ακόμη
πιο φιλόδοξες πρωτοβουλίες. Η ενίσχυση των επενδύσεων, η ενεργοποίηση
επιχειρηματικών συνεργασιών, η διεύρυνση των πανεπιστημιακών
ανταλλαγών και η μεγαλύτερη συμμετοχή της νέας γενιάς μπορούν να
δώσουν πρόσθετη δυναμική.
Ιδιαίτερης σημασίας θα είναι και η προοπτική της πρώτης επίσημης
επίσκεψης Έλληνα πρωθυπουργού στην Αρμενία, μετά την αποδοχή της
σχετικής πρόσκλησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη τον Σεπτέμβριο του 2026.
Μια τέτοια επίσκεψη θα μπορούσε να αποτελέσει το επόμενο ουσιαστικό βήμα
στην αναβάθμιση των διμερών σχέσεων.
Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων,
Ελλάδα και Αρμενία διαθέτουν πλέον τις βάσεις για μια ακόμη βαθύτερη
στρατηγική συνεργασία. Η τελευταία πενταετία επιβεβαιώνει ότι η ιστορική
φιλία μπορεί να μετατρέπεται σε απτά αποτελέσματα. Το ζητούμενο για τα
επόμενα χρόνια είναι η δυναμική αυτή να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο
οικονομικό, θεσμικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

