Οι 4.300 καταγγελίες, οι μη βιώσιμες ρυθμίσεις και οι πλειστηριασμοί μπαίνουν ξανά στο μικροσκόπιο – Η δικαστική ακύρωση πλειστηριασμού της Intrum αποκαλύπτει ότι ο έλεγχος πρέπει να φτάσει μέχρι την πραγματική σχέση επισπεύδοντος και πλειοδότη
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι σφίγγει τον κλοιό γύρω από τους servicers. Αυτή τη φορά, όμως, δεν αρκεί άλλη μία προειδοποίηση, άλλη μία επιτροπή ή άλλη μία γενική αναφορά στη «διαφάνεια».
Οι καταγγελίες των δανειοληπτών είναι συγκεκριμένες: μήνες αναμονής για μια απάντηση, αδυναμία επικοινωνίας με τον πραγματικό χειριστή της υπόθεσης, ελλιπείς καρτέλες οφειλής, καθυστερημένα δοσολόγια, υψηλές προκαταβολές και προτάσεις ρύθμισης που δεν αντέχουν ούτε στον πρώτο δύσκολο μήνα.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες η αναγκαστική εκτέλεση συνεχίζεται ενώ ο οφειλέτης προσπαθεί να διαπραγματευθεί. Και βαρύτερο παραμένει το ερώτημα για το τι συμβαίνει μέσα στην ίδια τη διαδικασία του πλειστηριασμού: ποιος επισπεύδει, ποιος εμφανίζεται ως αγοραστής, ποια εταιρική σχέση τούς συνδέει και ποιος τελικά ωφελείται.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η νέα κυβερνητική κινητικότητα συναντά την απόφαση 75/2026 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την οποία πέτυχε ο δικηγόρος Νικόλαος Παϊπέτης για λογαριασμό δανειολήπτη. Η υπόθεση δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη δικαστική νίκη. Δείχνει ποιο πρέπει να είναι το πραγματικό βάθος του ελέγχου.
Η Ομάδα Εργασίας υπάρχει ήδη – Τώρα χρειάζονται αποτελέσματα
Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει συγκροτήσει από τον Φεβρουάριο ειδική Ομάδα Εργασίας για την οργάνωση, την παρακολούθηση και τη διαχείριση καταγγελιών κατά εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Η αποστολή της προβλέπει τη δημιουργία φακέλου για κάθε υπόθεση, τη συγκέντρωση στοιχείων από τα εμπλεκόμενα μέρη και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης του servicer. Επομένως, η σημερινή εξαγγελία περί αυστηρότερου ελέγχου δεν ξεκινά από το μηδέν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: τι έχει παραχθεί μέχρι σήμερα;
Πόσες καταγγελίες εξετάστηκαν; Πόσες κρίθηκαν βάσιμες; Σε πόσες περιπτώσεις άλλαξε η συμπεριφορά της εταιρείας; Πόσοι φάκελοι διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες εποπτικές αρχές; Επιβλήθηκαν κυρώσεις ή ζητήθηκαν συγκεκριμένα διορθωτικά μέτρα;
Χωρίς δημοσιοποιημένα συγκεντρωτικά αποτελέσματα, ο «κλοιός» παραμένει πολιτική διατύπωση. Για να αποκτήσει περιεχόμενο, χρειάζεται μετρήσιμη λογοδοσία.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έθεσε τον Ιούλιο το πολιτικό πλαίσιο, ζητώντας από τους servicers βιώσιμες ρυθμίσεις και διαφάνεια, επειδή «διαχειρίζονται όχι απλώς χαρτοφυλάκια, αλλά ζωές». Η φράση αποτυπώνει σωστά το διακύβευμα. Τώρα πρέπει να μεταφραστεί σε έλεγχο με συνέπειες.
Οι 4.300 καταγγελίες δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια
Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται στην ΕΚΠΟΙΖΩ, το 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 4.300 καταγγελίες για τράπεζες, funds και servicers, έναντι περίπου 3.200 το 2024. Η αύξηση πλησιάζει το 34%.
Πίσω από τον αριθμό βρίσκονται άνθρωποι που αναφέρουν ότι δεν γνωρίζουν με σαφήνεια πώς διαμορφώθηκε η απαίτηση, ποιο μέρος αφορά κεφάλαιο, τόκους και επιβαρύνσεις, ποιος είναι ο πραγματικός πιστωτής και με ποιον πρέπει να διαπραγματευθούν.
Καταγγέλλονται επίσης προτάσεις με επιτόκια από 4,5% έως 6,5%, προκαταβολές που λειτουργούν ως απαγορευτικό εισόδου στη ρύθμιση και δόσεις ασύνδετες από το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα του οφειλέτη.
Δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία είναι αυτομάτως βάσιμη. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε σοβαρή αναφορά πρέπει να εξετάζεται γρήγορα, με έγγραφα και αιτιολογημένο αποτέλεσμα. Ούτε η εκ προοιμίου ενοχοποίηση ούτε η εκ προοιμίου αθώωση των servicers αποτελεί εποπτεία.
Η υπόθεση Παϊπέτη δείχνει το κενό πίσω από τις εταιρικές ταμπέλες
Η απόφαση του Εφετείου αφορά απαίτηση 138.967,99 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για την οποία είχαν κατασχεθεί δύο διαμερίσματα στο Άργος Ορεστικό, επιφάνειας 65 και 130 τετραγωνικών μέτρων.
Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό της 8ης Νοεμβρίου 2023 εμφανίστηκε, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το δικαστήριο, μία μόνο πλειοδότρια: η «Sunrise I Εταιρεία Ακινήτων Μονοπρόσωπη Α.Ε.». Τα δύο ακίνητα κατακυρώθηκαν με τίμημα μόλις ένα ευρώ πάνω από την τιμή εκκίνησης.
Η ανακοπή του οφειλέτη είχε απορριφθεί πρωτοδίκως. Με πληρεξούσιο δικηγόρο τον Νικόλαο Παϊπέτη, η υπόθεση έφτασε στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακύρωσε την έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Η ουσία της κρίσης δεν βρισκόταν σε ένα απλό διαδικαστικό λάθος. Το δικαστήριο εξέτασε εάν η εταιρεία που απέκτησε τα ακίνητα ήταν πραγματικά ανεξάρτητος τρίτος ή εάν συνδεόταν οργανικά και οικονομικά με την Intrum Hellas, η οποία διαχειριζόταν την απαίτηση και επέσπευδε τη διαδικασία.
Κατά την απόφαση, η διαπιστωθείσα σχέση αναιρούσε την εικόνα του ανεξάρτητου πλειοδότη. Το Εφετείο έκρινε ότι η εταιρική αυτοτέλεια δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να παρακαμφθεί η απαγόρευση του νόμου 4354/2015, ο οποίος δεν επιτρέπει σε εταιρείες διαχείρισης να αποκτούν ακίνητα συνδεδεμένα με τα δάνεια που διαχειρίζονται.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουλίου 2026 και δεν ακυρώνει αυτομάτως κάθε πλειστηριασμό στον οποίο εμφανίζεται εταιρεία ακινήτων συνδεδεμένη με έναν ευρύτερο επιχειρηματικό όμιλο. Καθιερώνει, όμως, ένα κρίσιμο δικαστικό επιχείρημα: η διαφορετική επωνυμία δεν αρκεί. Πρέπει να ελέγχονται η μετοχική σύνδεση, η διοίκηση, η χρηματοδότηση, η λειτουργική εξάρτηση και ο πραγματικός ωφελούμενος.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας πριν από το σφυρί
Η αυστηρότερη εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας είναι αναγκαία, αλλά δεν πρέπει να μετατραπεί σε ακόμη μία τυπική διαδικασία ανταλλαγής εγγράφων.
Ο Κώδικας έχει σκοπό την αναζήτηση λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης με βάση τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε δανειολήπτη. Αυτό σημαίνει ότι η πρόταση δεν μπορεί να είναι ένα τυποποιημένο ποσό που απλώς μεταφέρει το αδιέξοδο μερικούς μήνες αργότερα.
Σημαίνει επίσης ότι ο δανειολήπτης πρέπει να λαμβάνει καθαρή και αναλυτική εικόνα της οφειλής του, να γνωρίζει τον δικαιούχο της απαίτησης και να έχει πραγματική πρόσβαση σε πρόσωπο που μπορεί να διαπραγματευθεί. Η ύπαρξη ηλεκτρονικής πλατφόρμας δεν υποκαθιστά την ουσιαστική απάντηση.
Και όταν μια διαδικασία ρύθμισης βρίσκεται σε πραγματική εξέλιξη, το κράτος οφείλει να ελέγχει αν εξαντλήθηκε πράγματι η δυνατότητα βιώσιμης λύσης πριν συνεχιστούν τα αναγκαστικά μέτρα.
Ο πραγματικός έλεγχος αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν οι ανακοινώσεις
Η υπόθεση που χειρίστηκε ο Νικόλαος Παϊπέτης προσφέρει στην κυβέρνηση έναν απολύτως συγκεκριμένο οδηγό ελέγχου. Δεν αρκεί να εξετάζεται αν ο servicer απάντησε σε ένα email ή αν απέστειλε ένα δοσολόγιο. Πρέπει να εξετάζεται ολόκληρη η αλυσίδα: από τον υπολογισμό της απαίτησης και την πρόταση ρύθμισης μέχρι την επίσπευση, τον πλειοδότη και την τελική τύχη του ακινήτου.
Αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να σφίξει τον κλοιό, έχει μπροστά της σαφή κριτήρια: δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών αποτελεσμάτων για τις καταγγελίες, συγκεκριμένες προθεσμίες απάντησης, έλεγχο της βιωσιμότητας των ρυθμίσεων, κυρώσεις για συστηματικές παραβάσεις και διερεύνηση των εταιρικών σχέσεων όταν ακίνητα καταλήγουν σε συνδεδεμένα σχήματα.
Διαφορετικά, θα έχουμε για ακόμη μία φορά αυστηρές δηλώσεις προς τους servicers και τον δανειολήπτη μόνο απέναντι στο σφυρί.
Η διαφάνεια δεν πρέπει να έρχεται μετά τον πλειστηριασμό. Πρέπει να προηγείται.

