Πόσες φορές καταπιήκαμε μια κουβέντα επειδή ακούσαμε «θα μπλέξεις»; Πόσες φορές ανεχτήκαμε μια αδικία επειδή κάποιος μας συμβούλεψε «κοίτα τη δουλειά σου»; Πόσες φορές χαμηλώσαμε το βλέμμα μπροστά σε ανθρώπους που όφειλαν να μας δίνουν εξηγήσεις;
Κάπως έτσι ο φόβος γίνεται καθημερινή συνήθεια. Με μικρές υποχωρήσεις, με προειδοποιήσεις, με την αγωνία για το μεροκάματο, με την ιδέα ότι όποιος διεκδικεί θα πληρώσει το τίμημα. Ώσπου αρχίζουμε να λογοκρίνουμε μόνοι μας τον εαυτό μας, πριν προλάβει να μας το ζητήσει κανείς.
Και τότε η εξουσία βολεύεται. Ο εργαζόμενος διστάζει να απαιτήσει όσα δικαιούται. Ο πολίτης σκέφτεται δεύτερη φορά αν θα καταγγείλει αυτό που βλέπει. Η σιωπή παρουσιάζεται ως σύνεση και η υποχώρηση βαφτίζεται ωριμότητα.
Βεβαίως, υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι και πραγματικές συνέπειες. Γι’ αυτό χρειάζονται αλληλεγγύη, συλλογική διεκδίκηση και προστασία εκείνων που μιλούν. Είναι εύκολο να ζητάς θάρρος από κάποιον όταν εκείνος κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του κι εσύ απλώς παρακολουθείς.
Η αρχή γίνεται όταν στεκόμαστε δίπλα του. Όταν μια καταγγελία βρίσκει στήριξη, μια αυθαιρεσία συναντά αντίδραση και μια απαίτηση για απαντήσεις αποκτά πολλές φωνές.
Το «μη μιλάς, θα μπλέξεις» έχει κρατήσει αρκετούς ανθρώπους σκυφτούς. Καιρός να ακουστεί δυνατότερα το «μίλα, είμαστε δίπλα σου».

