Υπάρχει μια λέξη που στην Ελλάδα χρησιμοποιείται σαν κολόνια: «Ανεξαρτησία». Τη φοράμε στις ανακοινώσεις, τη βάζουμε σε τίτλους, την κρεμάμε σε ταμπέλες. Και μετά κάνουμε πως δεν βλέπουμε το προφανές: ότι, όταν η «ανεξαρτησία» δεν συνοδεύεται από διαφανείς δικλείδες λογοδοσίας, μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Σε ασυλία. Σε αυθαιρεσία. Σε κράτος εν κράτει.
Και κάπως έτσι, εδώ και χρόνια, η ΑΑΔΕ δεν είναι απλώς μια Αρχή. Είναι μια αυτοκρατορία.
Στο κέντρο της, ο Γιώργος Πιτσιλής. Ένας διοικητής με μακρά θητεία, ισχυρό αποτύπωμα και –κατά τις καταγγελίες συνδικαλιστικών και πολιτικών κύκλων– έναν τρόπο διοίκησης που θυμίζει περισσότερο «εντολές» παρά δημόσια διοίκηση. Ένας άνθρωπος που εμφανίζεται να αποφασίζει, να διατάζει, να τοποθετεί και να αναδιατάσσει τον μηχανισμό χωρίς να φαίνεται να αγγίζεται από ουσιαστικό έλεγχο. Όχι γιατί είναι «παντοδύναμος» από μόνος του. Αλλά γιατί το σύστημα τον έφτιαξε έτσι. Και, όταν φτιάχνεις έναν μηχανισμό χωρίς πραγματική εποπτεία, μην απορείς όταν κάποιος τον χρησιμοποιεί σαν προσωπικό εργαλείο.
Πώς χτίζεται μια «αρχή» που δεν έχει αφεντικό
Η ΑΑΔΕ σχεδιάστηκε για να μην εξαρτάται από την κυβέρνηση. Ωραία ως ιδέα. Στην πράξη όμως, το ερώτημα είναι άλλο: από ποιον εξαρτάται τότε; Και, κυρίως, ποιος την ελέγχει όταν ξεφεύγει;
Διότι ο πολίτης βλέπει αυτό: μια Αρχή που εισβάλλει στη ζωή του με πρόστιμα, κατασχέσεις, ρυθμίσεις, αυτοματισμούς και ψηφιακές παγίδες. Βλέπει μια Αρχή που «δεν σηκώνει κουβέντα». Και όταν ψάχνει να βρει σε ποιον θα απευθυνθεί, βρίσκει μόνο ένα λαβύρινθο διαδικασιών. Ούτε υπουργός «αρμόδιος» στην πράξη, ούτε πολιτικό κόστος, ούτε ευθύνη που να βαραίνει συγκεκριμένους ώμους. Σαν να έχεις απέναντί σου ένα τείχος που απαντά: «Δεν είναι δική μου δουλειά. Εγώ είμαι ανεξάρτητος».
Ανεξάρτητος από ποιον; Από το δημόσιο συμφέρον ή από τον έλεγχο;
Η επιλογή, τα παρασκήνια και το «βρώμικο» άλλοθι
Στο πολιτικό παρασκήνιο που συνοδεύει την ανάδειξη του Πιτσιλή, έχουν ειπωθεί πολλά. Ότι υπήρχαν άλλες υποψηφιότητες με ισχυρότερα βιογραφικά. Ότι κόπηκαν με «πληροφορίες» που –λέγεται– επικαλέστηκαν κάποιοι για να δικαιολογήσουν αποκλεισμούς. Ότι τελικά επιλέχθηκε πρόσωπο πιο «βολικό» για συγκεκριμένες ισορροπίες.
Αν όλα αυτά είναι υπερβολές, η απάντηση είναι απλή: βγείτε και διαψεύστε με στοιχεία. Όχι με διαρροές. Όχι με «κύκλους». Όχι με μισόλογα. Με καθαρές διαδικασίες, πρακτικά, κριτήρια, αξιολογήσεις. Διότι όταν μια επιλογή βαφτίζεται «τεχνοκρατική», αλλά μυρίζει πολιτική συναλλαγή, η κοινωνία δεν οφείλει να πιστέψει κανέναν. Οφείλει να απαιτήσει διαφάνεια.
Η «χαμηλή αποδοτικότητα» των μεγάλων υποθέσεων
Και μετά έρχονται οι σκιές: καταγγελίες ότι στην αρχή της θητείας του επιχειρήθηκε να μπουν στο περιθώριο «βαριές» υποθέσεις φοροδιαφυγής και σκανδάλων – λίστες, μεγάλες έρευνες, φάκελοι που καίνε. Με το επιχείρημα της «χαμηλής αποδοτικότητας». Δηλαδή τι; Ότι δεν αξίζει να κυνηγάς τους μεγάλους επειδή είναι δύσκολοι; Ότι δεν αποδίδει να ξεσκεπάζεις μηχανισμούς επειδή παίρνει χρόνο;
Αν αυτό το μοντέλο είναι αληθινό, τότε δεν μιλάμε για φορολογική πολιτική. Μιλάμε για στρατηγική συγκάλυψης. Για επιλογή στόχων που αφήνει τους ισχυρούς να ανασαίνουν και βάζει στο στόχαστρο τους πολλούς.
Και εδώ γεννιέται η πιο πικρή ερώτηση: μήπως τελικά η ΑΑΔΕ είναι σκληρή μόνο με εκείνους που δεν έχουν άκρες;
Λαθρεμπόριο καυσίμων: πάντα «κάτω», ποτέ «πάνω»
Χρόνια ακούμε για «πάταξη» του λαθρεμπορίου. Χρόνια βλέπουμε επιχειρήσεις εντυπώσεων. Και χρόνια το έργο επαναλαμβάνεται: έλεγχοι στους μικρούς, πίεση στα πρατήρια, επικοινωνία και φωτογραφίες. Ενώ το πραγματικό παιχνίδι, οι μεγάλες ροές, οι κρίκοι της αλυσίδας που κάνουν τη ζημιά δισεκατομμυρίων, μένουν σταθερά θολές.
Αν υπάρχει σοβαρό κράτος, το λαθρεμπόριο δεν πολεμιέται με θεατρικά. Πολεμιέται με πλήρη ιχνηλασιμότητα, με τεχνολογία, με διασταυρώσεις και –κυρίως– με πολιτική βούληση να τα βάλεις με τους μεγάλους παίκτες. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η υποψία είναι αναπόφευκτη: είτε δεν μπορούν, είτε δεν θέλουν.
Ιδιώτες στο φορολογικό έργο: ποιος κυβερνάει ποιον;
Και μετά έρχεται το επεισόδιο που συνοψίζει μια ολόκληρη εποχή: η αίσθηση ότι η διοίκηση προηγείται της πολιτικής ηγεσίας. Ότι πρώτα «σχεδιάζεται» κάτι σε επίπεδο Αρχής, και μετά εμφανίζεται η κυβέρνηση να το ανακοινώνει σαν δική της μεταρρύθμιση.
Αν ισχύει αυτή η χρονική σειρά –και αν η πολιτική ηγεσία ακολουθεί αντί να καθοδηγεί– τότε μην μας μιλάτε για «δημοκρατικό έλεγχο». Μιλάμε για αντιστροφή ρόλων. Για κυβερνήσεις που μοιάζουν επισκέπτες στο ίδιο τους το υπουργείο.
Και τότε η «Ανεξάρτητη Αρχή» παύει να είναι εργαλείο του κράτους. Γίνεται το κράτος.
Τελικά, τι είναι η ΑΑΔΕ σήμερα;
Ας το πούμε ωμά: η ΑΑΔΕ έχει τεράστια εξουσία. Και η εξουσία, όταν δεν ελέγχεται, διαφθείρει. Δεν είναι προσωπικό. Είναι κανόνας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Πιτσιλής. Είναι το θεσμικό περιβάλλον που επιτρέπει σε οποιονδήποτε στη θέση του να λειτουργεί με υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων, με αδιαφάνεια σε κρίσιμες επιλογές στελέχωσης και με ένα πέπλο «ανεξαρτησίας» που συχνά εκλαμβάνεται ως ασυλία.
Αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι όλα βαίνουν καλώς, ας απαντήσει καθαρά:
- Με ποια κριτήρια τοποθετούνται τα στελέχη;
- Ποιος αξιολογεί τον διοικητή και πώς;
- Ποια μεγάλα κυκλώματα χτυπήθηκαν πραγματικά και με ποια αποτελέσματα;
- Πόσες υποθέσεις «μεγάλων» τελείωσαν και πόσες έμειναν στα συρτάρια;
- Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;
Μέχρι να δοθούν απαντήσεις, ο πολίτης θα βλέπει ένα πράγμα: μια πανίσχυρη Αρχή που ζητά τα πάντα από τους πολλούς και δίνει ελάχιστους λογαριασμούς σε όλους.
Και αυτό, όσο κι αν το βαφτίζετε «μεταρρύθμιση», στην κοινωνία ακούγεται αλλιώς: καθεστώς.

