Στα Πολιτικά, η «άριστη πολιτεία» δεν μετριέται με ΑΕΠ ή τάξη, αλλά με το αν παράγει ενάρετους πολίτες — κι αυτό προϋποθέτει ελεύθερο χρόνο.
Η «άριστη πολιτεία» στον Αριστοτέλη δεν είναι απλώς ένα σύνολο νόμων. Είναι ένα σύστημα που κρίνεται από το αποτέλεσμα: μια πόλη “μάλιστ’ εὐδαίμων”. Και η ευδαιμονία, όπως το θέτει, δεν είναι άνεση ή καλοπέραση. Είναι η πλήρης άνθιση ζωής — ο τελικός σκοπός μιας κοινότητας που δεν θέλει απλώς να επιβιώνει, αλλά να ζει καλά.
Εδώ μπαίνει ο πρώτος κόμπος: ευδαιμονία χωρίς αρετή δεν υπάρχει. Γιατί; Επειδή η ευδαιμονία δεν είναι πράγμα που αγοράζεται ή επιβάλλεται. Είναι ποιότητα ζωής που προκύπτει από ανθρώπους με χαρακτήρα, κρίση, μέτρο. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης επιμένει σε πολίτες «δικαίους ἁπλῶς» — όχι “δίκαιους επειδή έτσι βολεύει” ή επειδή το απαιτεί μια συμφωνία. Δίκαιους ως σταθερό τρόπο ύπαρξης.
Και τότε έρχεται το δεύτερο, πιο αιχμηρό σημείο: αν η πόλη θέλει αρετή, πρέπει να εξασφαλίζει τον όρο που την γεννά. Αυτός ο όρος είναι η σχολή. Όχι τεμπελιά. Ελεύθερος χρόνος για παιδεία, για καλλιέργεια κρίσης, για συμμετοχή στα κοινά. Χωρίς σχολή, ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει να γίνει πολίτης· γίνεται απλώς μονάδα βιοπορισμού.
Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης απορρίπτει τον «βάναυσο» και τον «αγοραίο» βίο ως βάση της πολιτειότητας. Δεν τους “δαιμονοποιεί” ως εργασίες· τους θεωρεί τρόπους ζωής που απορροφούν τον άνθρωπο σε ανάγκη, κέρδος, εξάρτηση — αφήνοντας ελάχιστο χώρο για αρετή και πολιτική πράξη. Και προσθέτει κάτι ακόμη πιο ωμό: ούτε οι γεωργοί, λέει, μπορούν να είναι οι πλήρεις πολίτες της άριστης πόλης, γιατί η γεωργία απαιτεί χρόνο που αφαιρείται από τη σχολή.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό — και ενοχλητικό ακόμη και σήμερα: η πολιτεία δεν είναι ουδέτερη. Αν δεν δημιουργεί χρόνο και παιδεία, δεν δημιουργεί πολίτες. Δημιουργεί υπηκόους της ανάγκης. Και τότε η πολιτική συρρικνώνεται σε διαχείριση, όχι σε αρετή.

