Όταν σε μια τόσο βαριά καταγγελία η πρώτη δημόσια αντίδραση δεν είναι η απόσταση, ο έλεγχος και η λογοδοσία, αλλά η πολιτική ομπρέλα, τότε το ζήτημα παύει να αφορά μόνο τον προμηθευτή. Αφορά την ίδια τη διοίκηση και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ευθύνη απέναντι στα παιδιά και στις οικογένειες.
Η υπόθεση με τις βίδες στο ψωμί δεν είναι μια ακόμη ενοχλητική είδηση που θα ξεχαστεί με μια ανακοίνωση. Δεν είναι ένα «επικοινωνιακό θέμα» προς διαχείριση. Είναι μια καταγγελία που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της δημόσιας ευθύνης: την ασφάλεια παιδιών, την εμπιστοσύνη των γονέων και την αξιοπιστία του ίδιου του Δήμου.
Και ακριβώς εκεί αρχίζει το μείζον πολιτικό πρόβλημα. Διότι όταν η αρμόδια Αντιδήμαρχος Αναστασία Ψυχογυιού-Μακαρώνα εμφανίζεται να βιάζεται να παράσχει δημόσια κάλυψη, πριν προηγηθεί πλήρης και αμείλικτη διαλεύκανση, τότε η συζήτηση αλλάζει επίπεδο. Δεν ρωτάμε πια μόνο τι συνέβη. Ρωτάμε ποιος καλύπτει ποιον και γιατί.
Δεν είναι κακός χειρισμός. Είναι πολιτική στάση.
Σε κάθε διοίκηση υπάρχουν στιγμές που αποκαλύπτουν τον πραγματικό της χαρακτήρα. Όχι τα δελτία Τύπου. Όχι οι φωτογραφίες. Όχι οι πανηγυρικές δηλώσεις. Οι κρίσιμες στιγμές. Εκεί όπου οφείλεις να διαλέξεις πλευρά.
Η σωστή πλευρά, σε μια υπόθεση σαν κι αυτή, είναι μία: πρώτα έλεγχος, πρώτα διαφάνεια, πρώτα λογοδοσία. Όχι βιαστικές δημόσιες ασπίδες. Όχι πολιτικά αντανακλαστικά προστασίας. Όχι διοικητική αλληλεγγύη προς όποιον βρίσκεται στο επίκεντρο της καταγγελίας.
Όταν, λοιπόν, η Αναστασία Ψυχογυιού-Μακαρώνα δεν εκπέμπει ως πρώτη προτεραιότητα την ανάγκη πλήρους διερεύνησης, αλλά δημιουργεί την εικόνα πολιτικής πλάτης, τότε αυτό δεν μοιάζει με λάθος. Μοιάζει με επιλογή. Και οι πολιτικές επιλογές έχουν βάρος. Έχουν κόστος. Και έχουν ονοματεπώνυμο.
Όταν η διοίκηση υπερασπίζεται πριν ερευνήσει, εκθέτει τον εαυτό της
Η κοινωνία δεν ζητά θεατρικές εξηγήσεις. Ζητά καθαρές απαντήσεις. Πώς έγινε; Ποιος ελέγχθηκε; Ποιος φέρει την ευθύνη; Ποια διαδικασία ενεργοποιήθηκε; Ποιος λογοδότησε; Ποιος απομακρύνθηκε μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση;
Αντί γι’ αυτά, όταν προβάλλεται μια στάση που θυμίζει περισσότερο προστασία παρά θεσμική αυστηρότητα, τότε η δημοτική αρχή μετατρέπει μόνη της μια σοβαρή καταγγελία σε πολιτικό κατηγορητήριο εις βάρος της. Γιατί ο πολίτης βλέπει. Και όταν βλέπει βιασύνη υπεράσπισης εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει απόσταση ασφαλείας, εύλογα υποψιάζεται ότι κάτι σάπιο δεν βρίσκεται μόνο στην αλυσίδα τροφοδοσίας, αλλά και στη λογική της διοίκησης.
Η Αναστασία Ψυχογυιού-Μακαρώνα όφειλε να σταθεί απέναντι στο πρόβλημα με θεσμική πυγμή. Αντ’ αυτού, δίνει την εικόνα μιας πολιτικής διαχείρισης που ενδιαφέρεται πρώτα να απορροφήσει τους κραδασμούς και μετά να αγγίξει την ουσία. Και αυτό είναι βαρύτερο από ένα επικοινωνιακό ατόπημα. Είναι ρήγμα εμπιστοσύνης.
Το ερώτημα πλέον είναι ευθύ: ποιον προστατεύει η Αντιδήμαρχος;
Προστατεύει τους γονείς που ζητούν ασφάλεια και αλήθεια;
Προστατεύει τα παιδιά που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους;
Προστατεύει τη νομιμότητα και τη θεσμική σοβαρότητα;
Ή προστατεύει ένα σύστημα βολικών σχέσεων, διοικητικών αντανακλαστικών και πολιτικών εξυπηρετήσεων που θεωρεί ότι όλα τελικά κουκουλώνονται;
Αυτό είναι το ερώτημα που αιωρείται πλέον πάνω από τη διοίκηση. Όχι εξαιτίας των πολιτών. Όχι εξαιτίας των γονέων. Όχι εξαιτίας της αντιπολίτευσης. Αλλά εξαιτίας της ίδιας της στάσης που επέλεξε να κρατήσει η αρμόδια Αντιδήμαρχος.
Σε τέτοιες υποθέσεις δεν κρίνεται μόνο μια υπηρεσιακή αλυσίδα. Κρίνεται η ηθική πυξίδα μιας δημοτικής αρχής. Κρίνεται αν το δημαρχείο λειτουργεί ως θεσμός προστασίας της κοινωνίας ή ως μηχανισμός προστασίας ημετέρων. Και όταν η δεύτερη εικόνα αρχίζει να υπερισχύει, τότε η ζημιά δεν είναι πρόσκαιρη. Είναι βαθιά πολιτική.
Οι γονείς δεν ζητούν χάρη. Ζητούν το αυτονόητο. Αλήθεια, λογοδοσία, συνέπειες. Και όσο η Αναστασία Ψυχογυιού-Μακαρώνα επιλέγει να εμφανίζεται ως πολιτική ασπίδα αντί ως θεσμική εγγυήτρια, τόσο το ερώτημα θα γίνεται πιο βαρύ και πιο ενοχλητικό: δεν καλύπτεται απλώς ένας προμηθευτής — καλύπτεται μια ολόκληρη νοοτροπία διοίκησης που νομίζει ότι η κοινωνία θα σωπάσει.
Όταν βρίσκονται βίδες στο ψωμί και η απάντηση της εξουσίας είναι πλάτες αντί για έλεγχο, τότε η ευθύνη δεν μένει στην κουζίνα. Ανεβαίνει ευθέως στο γραφείο της Αντιδημάρχου και λερώνει ολόκληρη τη διοίκηση.

