Υπάρχει ένας κανόνας στη δημόσια διοίκηση: όσο πιο κρίσιμο είναι το αντικείμενο, τόσο λιγότερο χωράει η επικοινωνία χωρίς λογοδοσία. Και λίγα πράγματα είναι πιο κρίσιμα από το νερό, την αποχέτευση, τα έργα υποδομής και—κυρίως—το δημόσιο χρήμα που πληρώνει ο πολίτης. Ο Δήμος και η ΔΕΥΑΧ δεν διαχειρίζονται “αφηγήματα”. Διαχειρίζονται λογαριασμούς, συμβάσεις, προτεραιότητες και επιλογές που αποτυπώνονται στην καθημερινότητα της πόλης.
Στο Δημοτικό Συμβούλιο της 10/12/2025, με αφορμή τη συζήτηση για την υπαγωγή της ΔΕΥΑΧ στην ΕΥΔΑΠ, αντί να κυριαρχήσει μια καθαρή, τεκμηριωμένη συζήτηση για το τι σημαίνει αυτή η επιλογή για τις υπηρεσίες, το κόστος, την επάρκεια, τις επενδύσεις και την προστασία του δημόσιου χαρακτήρα, είδαμε μια γνώριμη τακτική: μετατόπιση. Όχι στο “τι” και “πώς”, αλλά στο “ποιος ελέγχει” και “γιατί ελέγχει”.
Και εδώ ξεκινά το πραγματικό ζήτημα. Όχι τα μεγάλα λόγια. Όχι οι τόνοι. Όχι τα χειροκροτήματα. Το ζήτημα είναι ότι σε μια δημοκρατία ο έλεγχος δεν είναι ενόχληση. Είναι υποχρέωση. Και όποιος ενοχλείται από τον έλεγχο, αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο σοβαρό από μια “ένταση” μέσα στην αίθουσα: αποκαλύπτει τη νοοτροπία με την οποία αντιμετωπίζει τη διαχείριση.
Το άλλοθι της “νομιμότητας”
Το επιχείρημα που ακούγεται ξανά και ξανά—σαν ασπίδα απέναντι σε κάθε ερώτημα—είναι γνωστό: «Η Αποκεντρωμένη τα βρήκε όλα νομότυπα». Ωραία. Και μετά; Η νομιμότητα είναι το ελάχιστο. Είναι το πάτωμα, όχι το ταβάνι. Η πόλη δεν ζητά απλώς να μη γίνει παραβίαση κανόνων. Ζητά να μη γίνεται κατάχρηση εμπιστοσύνης.
Διότι άλλο η τυπική νομιμότητα “στο χαρτί” και άλλο η ηθική και πολιτική ευθύνη στη διαχείριση δημόσιου χρήματος. Και όταν μια διοίκηση κρύβεται πίσω από το “νομότυπο”, συνήθως το κάνει για έναν απλό λόγο: για να μη μιλήσει για την ουσία.
Οι απευθείας αναθέσεις δεν είναι φυσικό φαινόμενο
Ας μιλήσουμε πρακτικά. Οι απευθείας αναθέσεις είναι εργαλείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίο. Όταν όμως εμφανίζεται μοτίβο—όταν επαναλαμβάνονται συστηματικά, όταν καταλήγουν κατ’ επανάληψη στα ίδια πρόσωπα, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει “σταθερό σύστημα προμηθευτών” που κερδίζει ξανά και ξανά—τότε το θέμα παύει να είναι διαδικαστικό. Γίνεται πολιτικό.
Και εδώ η κοινωνία δικαιούται να ρωτά. Όχι με υπαινιγμούς, αλλά με καθαρά, θεσμικά, αυτονόητα ερωτήματα:
- Πόσες απευθείας αναθέσεις έγιναν ανά έτος και ανά κατηγορία στη ΔΕΥΑΧ;
- Πόσοι μοναδικοί ανάδοχοι πήραν δουλειές και πόση συγκέντρωση υπάρχει στους πρώτους 5 ή 10;
- Υπάρχουν συγκριτικές προσφορές, τεκμηρίωση έρευνας αγοράς και σαφή κριτήρια επιλογής κάθε φορά;
- Υπάρχει ετήσιος προγραμματισμός προμηθειών/υπηρεσιών ώστε να περιορίζεται η “κατ’ εξαίρεση” πρακτική;
- Τι δικλείδες υπάρχουν για να αποφεύγονται σχέσεις εξάρτησης και συγκρούσεις συμφερόντων;
Αυτές οι ερωτήσεις είναι ο πυρήνας της λογοδοσίας. Και είναι αποκαλυπτικό ότι, αντί να απαντώνται με στοιχεία, συχνά απαντώνται με ένταση.
Όταν δεν υπάρχουν αριθμοί, επιστρατεύεται ύφος
Εδώ εμφανίζεται το πιο ανησυχητικό μοτίβο στη λειτουργία του Δήμου και της ΔΕΥΑΧ: όταν η συζήτηση πάει να γίνει συγκεκριμένη—όταν ζητάς στοιχεία, ποσά, κριτήρια, διαδικασίες—ανεβαίνει ο τόνος. Ακούς κατηγορίες προς όσους ελέγχουν. Βλέπεις χειρονομίες, φωνές, “μάθημα” προς την αντιπολίτευση. Σαν να είναι το πρόβλημα ο έλεγχος και όχι αυτό που ελέγχεται.
Αυτό δεν είναι ισχυρή διοίκηση. Είναι αμυντική διοίκηση. Και οι αμυντικές διοικήσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως θεατή, όχι ως δικαιούχο πληροφόρησης.
Διαφάνεια τώρα, όχι μετά
Αν η διοίκηση της ΔΕΥΑΧ και ο Δήμος είναι πράγματι βέβαιοι για την ορθότητα των επιλογών τους, η λύση δεν είναι να “κλείνουν” τη συζήτηση. Είναι να την ανοίγουν. Υπάρχουν μέτρα απλά, άμεσα και μετρήσιμα, που ξεχωρίζουν τη διαφάνεια από την επικοινωνία:
- Μηνιαία δημόσια αναφορά όλων των αναθέσεων/συμβάσεων, ομαδοποιημένη ανά ανάδοχο.
- Ετήσιος προγραμματισμός προμηθειών και υπηρεσιών με χρονοδιάγραμμα και στόχους.
- Περισσότερες ανοικτές διαδικασίες όπου είναι εφικτό, ώστε να υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός.
- Καθαροί κανόνες δεοντολογίας και δικλείδες για συγκρούσεις συμφερόντων, όχι “στο περίπου”.
- Δημόσιες απαντήσεις με στοιχεία στα συγκεκριμένα ερωτήματα—όχι επιθέσεις σε όσους τα θέτουν.
Αυτά είναι η λογοδοσία. Όλα τα υπόλοιπα είναι σκηνικό.
Η πόλη δεν χρειάζεται χειροκρότημα. Χρειάζεται καθαρούς κανόνες.
Το νερό δεν είναι πεδίο πολιτικής επίδειξης. Η ΔΕΥΑΧ δεν είναι εργαλείο εικόνας. Και ο Δήμος δεν είναι χώρος όπου “όποιος ρωτάει, φταίει”. Η πόλη πληρώνει και δικαιούται να ξέρει. Και όσο η διοίκηση επιλέγει να συγχέει την τυπική νομιμότητα με την ουσιαστική λογοδοσία, τόσο θα μεγαλώνει η δυσπιστία.
Ο έλεγχος δεν είναι εμπάθεια. Είναι καθήκον. Και δεν θα σταματήσει επειδή κάποιοι προτιμούν τον ρόλο από τις απαντήσεις.
Γιατί στο τέλος υπάρχει μόνο μία ερώτηση που δεν απαντιέται με φωνές:
Θα υπάρξει πλήρης διαφάνεια στη ΔΕΥΑΧ και στον Δήμο—ναι ή όχι;

