Δέκα χρόνια αναδιαρθρώσεων, εθελουσίων εξόδων, λουκέτων και εκατοντάδων εκατομμυρίων δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν οργανισμό που να παραδίδει εγκαίρως την αλληλογραφία – Τώρα καλούν τους διοικητικούς υπαλλήλους να γίνουν εθελοντές διανομείς
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας οργανισμός δεν χρειάζεται άλλη μελέτη, άλλο επιχειρησιακό σχέδιο και άλλη παρουσίαση με διαγράμματα.
Χρειάζεται λογοδοσία.
Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία βρίσκονται σήμερα ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Μετά από περίπου δέκα χρόνια διαδοχικών σχεδίων «εξυγίανσης», αναδιαρθρώσεων, περικοπών προσωπικού, κλεισίματος καταστημάτων, απορρόφησης της ΕΛΤΑ Courier και εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ κρατικής χρηματοδότησης, ο οργανισμός εμφανίζεται να μην μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στην πιο βασική αποστολή του:
Να παραδώσει εγκαίρως ένα γράμμα ή ένα δέμα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η διοίκηση έφτασε στο σημείο να ζητήσει από στελέχη και διοικητικούς υπαλλήλους να «βάλουν πλάτη» και να εργαστούν εθελοντικά ως διανομείς, προκειμένου να ξεμπλοκάρουν περιοχές της Αττικής όπου είχαν συσσωρευτεί αδιανέμητα αντικείμενα.
Αυτό δεν είναι σχέδιο έκτακτης ανάγκης.
Είναι ομολογία επιχειρησιακής κατάρρευσης.
Όταν ο σχεδιασμός αντικαθίσταται από το φιλότιμο
Το φιλότιμο των εργαζομένων δεν μπορεί να αποτελεί επιχειρησιακό μοντέλο μιας δημόσιας επιχείρησης.
Οι διοικητικοί υπάλληλοι δεν προσλήφθηκαν για να χρησιμοποιούν τα προσωπικά τους οχήματα και να καλύπτουν εθελοντικά τα κενά ενός διαλυμένου δικτύου διανομής.
Οι εργαζόμενοι δεν δημιούργησαν το πρόβλημα.
Οι εργαζόμενοι καλούνται, για ακόμη μία φορά, να κρύψουν το πρόβλημα.
Καλούνται να καλύψουν με προσωπική προσπάθεια τις συνέπειες αποφάσεων που ελήφθησαν σε διοικητικά συμβούλια, υπουργικά γραφεία και κλειστές συσκέψεις.
Την ίδια ώρα που μειωνόταν το προσωπικό, έκλειναν σημεία εξυπηρέτησης και περιορίζονταν οι λειτουργικές δομές, οι πολίτες άκουγαν ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις:
«Μετασχηματισμός».
«Εκσυγχρονισμός».
«Νέο επιχειρησιακό μοντέλο».
«Ψηφιακή μετάβαση».
«Βιωσιμότητα».
Δέκα χρόνια μετά, το αποτέλεσμα είναι ένας οργανισμός που ζητά εθελοντές για να μοιράσει τα δέματα.
Οι αριθμοί διαλύουν κάθε κυβερνητικό αφήγημα
Η επίσημη εικόνα της ποιότητας των υπηρεσιών είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική.
Τα ΕΛΤΑ έχουν υποχρέωση να παραδίδουν το 90% της αλληλογραφίας Α΄ προτεραιότητας εσωτερικού μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες.
Το 2025 παρέδωσαν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα μόλις το 20,4%.
Έχουν επίσης υποχρέωση να παραδίδουν το 98% μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες.
Το πραγματικό ποσοστό περιορίστηκε στο 42,8%.
Η μέση διάρκεια παράδοσης έφτασε στις 7,78 εργάσιμες ημέρες, από 5,8 ημέρες το 2024.
Δεν μιλάμε για μια μικρή απόκλιση.
Δεν μιλάμε για μια προσωρινή δυσλειτουργία.
Μιλάμε για κατάρρευση των επίσημων δεικτών ποιότητας και για απόσταση δεκάδων ποσοστιαίων μονάδων από τις υποχρεώσεις του οργανισμού.
Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο πολίτης πληρώνει για καθολική ταχυδρομική υπηρεσία συγκεκριμένης ποιότητας, αλλά λαμβάνει μια υπηρεσία που βρίσκεται πολύ κάτω από τους προβλεπόμενους στόχους.
Εκατοντάδες εκατομμύρια – αλλά πού είναι το αποτέλεσμα;
Από το 2013 έως το 2025 φέρεται να έχουν καταβληθεί στα ΕΛΤΑ περίπου 353 εκατομμύρια ευρώ ως αποζημίωση για την καθολική υπηρεσία, πέρα από επιπλέον χρηματοδοτήσεις και παρεμβάσεις.
Προστέθηκαν δάνεια, προγράμματα αναδιάρθρωσης και μια εθελουσία έξοδος περίπου 2.000 εργαζομένων, η οποία κόστισε πάνω από 112 εκατομμύρια ευρώ και υποτίθεται ότι θα εξοικονομούσε δεκάδες εκατομμύρια ετησίως.
Έκλεισαν καταστήματα.
Μειώθηκε το προσωπικό.
Αναδιοργανώθηκε το δίκτυο.
Απορροφήθηκε η ΕΛΤΑ Courier.
Άλλαξαν διοικήσεις.
Παρουσιάστηκαν νέα σχέδια.
Και όμως, το 2026, η διοίκηση αναζητεί εθελοντές υπαλλήλους για να πραγματοποιηθούν οι παραδόσεις.
Επομένως, το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται:
Πού πήγαν τα χρήματα και ποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα παρήγαγαν;
Δεν αρκεί να απαντήσει κάποιος ότι τα ποσά δαπανήθηκαν νόμιμα.
Η νομιμότητα μιας δαπάνης δεν αποδεικνύει ούτε τη χρησιμότητα ούτε την αποτελεσματικότητά της.
Οφείλουν να δημοσιοποιηθούν αναλυτικά:
– Τα ποσά που καταβλήθηκαν ανά έτος.
– Οι συγκεκριμένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν.
– Οι τεχνολογικές υποδομές που αποκτήθηκαν.
– Οι συμβάσεις με εξωτερικούς αναδόχους.
– Οι αμοιβές συμβούλων και διοικήσεων.
– Οι στόχοι κάθε σχεδίου αναδιάρθρωσης.
– Οι δείκτες που επιτεύχθηκαν ή απέτυχαν.
– Οι υπεύθυνοι που ενέκριναν και επέβλεψαν τις παρεμβάσεις.
Δεν μπορεί κάθε αποτυχημένη διοίκηση να αποχωρεί και η επόμενη να πατά απλώς το κουμπί «restart», σαν να μη συνέβη τίποτε.
Δεν έφταιξε η ψηφιοποίηση – έφταιξε ότι δεν προετοιμάστηκαν
Η μείωση της επιστολικής αλληλογραφίας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 2025.
Ήταν γνωστή εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Ήταν γνωστό ότι οι λογαριασμοί, τα τραπεζικά έγγραφα, οι δημόσιες υπηρεσίες και η ιδιωτική επικοινωνία μεταφέρονται σταδιακά στο ψηφιακό περιβάλλον.
Ήταν επίσης γνωστό ότι παράλληλα θα αυξάνονταν οι ηλεκτρονικές αγορές, τα δέματα, οι ταχυμεταφορές και η ανάγκη για σύγχρονα κέντρα διαλογής και δίκτυα τελευταίου μιλίου.
Η αγορά έδειχνε ξεκάθαρα προς τα πού κατευθύνεται.
Οι ιδιωτικές εταιρείες επένδυσαν σε αυτοματοποιημένη διαλογή, ψηφιακή ιχνηλάτηση, θυρίδες παραλαβής, νέα κέντρα διανομής και ευέλικτα δίκτυα.
Τα ΕΛΤΑ είχαν στη διάθεσή τους χρόνο, δημόσια χρηματοδότηση, πανελλαδικό δίκτυο, αναγνωρισιμότητα και μια προνομιακή σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία.
Και όμως, έμειναν πίσω.
Η τεχνολογική αλλαγή δεν αποτελεί δικαιολογία για τη διοικητική αδράνεια.
Αποτελεί το πεδίο πάνω στο οποίο κρίνεται η επάρκεια των διοικήσεων.
Κλείνουν καταστήματα, αλλά οι υπηρεσίες δεν βελτιώνονται
Το κλείσιμο εκατοντάδων σημείων παρουσιάστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για τη διάσωση του οργανισμού.
Οι τοπικές κοινωνίες κλήθηκαν να αποδεχθούν την απώλεια καταστημάτων, ακόμη και σε απομακρυσμένες ή ευάλωτες περιοχές, στο όνομα της βιωσιμότητας.
Όμως η βιωσιμότητα δεν μπορεί να μετριέται μόνο από τον αριθμό των λουκέτων.
Οφείλει να μετριέται από την ποιότητα της υπηρεσίας μετά τις περικοπές.
Και η ποιότητα, σύμφωνα με τις επίσημες μετρήσεις, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά επιδεινώθηκε δραματικά.
Όταν κλείνεις καταστήματα, μειώνεις προσωπικό και απομακρύνεις τα σημεία εξυπηρέτησης χωρίς να εξασφαλίζεις ταχύτερη και αξιόπιστη διανομή, δεν έχεις κάνει εξυγίανση.
Έχεις κάνει συρρίκνωση.
Και όταν η συρρίκνωση συνοδεύεται από υποβάθμιση της υπηρεσίας, ο πολίτης δικαιούται να υποψιάζεται ότι προετοιμάζεται σταδιακά η απαξίωση του δημόσιου δικτύου.
Η ευθύνη είναι πολιτική
Τα ΕΛΤΑ δεν είναι ένα συνοικιακό κατάστημα που απέτυχε να προσαρμοστεί στον ανταγωνισμό.
Είναι δημόσια επιχείρηση στρατηγικής σημασίας, υπό την εποπτεία του κράτους και του Υπερταμείου, με θεσμική υποχρέωση να εξυπηρετεί ολόκληρη τη χώρα.
Η διατήρηση της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας αφορά τους ηλικιωμένους, τους κατοίκους των νησιών, των ορεινών περιοχών και της περιφέρειας, τις μικρές επιχειρήσεις και όσους δεν μπορούν να μετακινούνται δεκάδες χιλιόμετρα για μία συναλλαγή.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως απλός παρατηρητής.
Δεν μπορεί να δηλώνει ότι το πρόβλημα είναι αποκλειστικά διοικητικό όταν διορίζει, εποπτεύει και χρηματοδοτεί τον μηχανισμό.
Και το Υπερταμείο δεν μπορεί να αξιολογεί την επιτυχία μόνο μέσα από λογιστικά φύλλα, ενώ η επιχειρησιακή λειτουργία καταρρέει στην πράξη.
Φτάνει με τα σχέδια – ώρα για ονόματα και αποτελέσματα
Τα ΕΛΤΑ δεν χρειάζονται ακόμη ένα σχέδιο με ωραίους τίτλους.
Χρειάζονται πλήρη διαχειριστικό και επιχειρησιακό έλεγχο.
Χρειάζονται δημοσιοποίηση των δαπανών.
Χρειάζονται καταλογισμό ευθυνών.
Χρειάζονται σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, επαρκές προσωπικό διανομής, λειτουργικά κέντρα διαλογής και πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης στην αγορά των δεμάτων και των ταχυμεταφορών.
Κυρίως, χρειάζονται μια διοίκηση που δεν θα ζητά από τους εργαζομένους να σώσουν εθελοντικά την εικόνα της.
Οι εργαζόμενοι έχουν βάλει πλάτη πολλές φορές.
Οι φορολογούμενοι έχουν βάλει εκατοντάδες εκατομμύρια.
Οι τοπικές κοινωνίες έχουν πληρώσει τα λουκέτα.
Τώρα πρέπει να βάλουν πλάτη εκείνοι που αποφάσισαν, εκείνοι που διοίκησαν και εκείνοι που εποπτεύουν.
Όχι μοιράζοντας δέματα για μία ημέρα.
Αλλά δίνοντας απαντήσεις για δέκα χαμένα χρόνια.

