Το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας «ενέκρινε» την απομάκρυνση των Patriot από την Κάρπαθο, απείλησε με «αναγκαία μέτρα» για τη βάση UAV στη Ρόδο και, μία ημέρα αργότερα, τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος παραβίασε τον ελληνικό εναέριο χώρο κοντά σε πολιτικό αεροδρόμιο
Μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο, η Άγκυρα έδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο πώς αντιλαμβάνεται τα περιβόητα «ήρεμα νερά»: η Ελλάδα οφείλει να αποσύρει αμυντικά συστήματα από τα νησιά της, να ζητά περίπου άδεια για κάθε νέα στρατιωτική υποδομή και, ταυτόχρονα, να ανέχεται τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη να παραβιάζουν τον εθνικό εναέριο χώρο.
Την Πέμπτη 27 Αυγούστου, το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας χαρακτήρισε «θετικό βήμα» την απόφαση μεταφοράς της πυροβολαρχίας Patriot από την Κάρπαθο στην Κρήτη. Δεν περιορίστηκε, όμως, σε αυτή την προκλητική δήλωση ικανοποίησης. Αντέδρασε και στις πληροφορίες για τη δημιουργία μόνιμων υποδομών υποστήριξης των μη επανδρωμένων αεροσκαφών V-BAT στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Μαριτσών της Ρόδου, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση παραβιάζει το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς του νησιού.
Και πρόσθεσε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να προστατεύει τα υποτιθέμενα δικαιώματα και συμφέροντά της, λαμβάνοντας τα «αναγκαία μέτρα».
Μία ημέρα αργότερα, τουρκικό UAV εισήλθε χωρίς σχέδιο πτήσης στο FIR Αθηνών, παραβίασε τον Εθνικό Εναέριο Χώρο και κινήθηκε κοντά στην τερματική περιοχή του αεροδρομίου της Αλεξανδρούπολης. Εκείνη την ώρα βρισκόταν σε εξέλιξη η απογείωση επιβατικού αεροσκάφους προς την Αθήνα. Για προληπτικούς λόγους, η πολιτική πτήση έλαβε οδηγίες να ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή, ενώ ζεύγος ελληνικών F-16 απογειώθηκε, αναγνώρισε και αναχαίτισε το τουρκικό drone, το οποίο απομακρύνθηκε προς την περιοχή της Σαμοθράκης.
Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι τα δύο περιστατικά οργανώθηκαν ως μία ενιαία επιχείρηση για να γίνει αντιληπτό το πολιτικό μήνυμα. Η Άγκυρα θέλει να αποφασίζει ποια ελληνικά νησιά θα προστατεύονται, με ποια όπλα και μέχρι ποιο σημείο, ενώ η ίδια διατηρεί το δικαίωμα να δοκιμάζει τα ελληνικά αντανακλαστικά από το νοτιοανατολικό Αιγαίο μέχρι τη Θράκη.
Η Τουρκία «εγκρίνει» την ελληνική άμυνα
Η διατύπωση για τους Patriot είναι από μόνη της αποκαλυπτική. Η Τουρκία δεν εξέφρασε απλώς μια νομική θέση. Εμφανίστηκε σαν επιθεωρητής της ελληνικής άμυνας και χαιρέτισε τη μεταφορά της συστοιχίας ως επιστροφή από μια «λανθασμένη πρακτική».
Ανεξάρτητα από τους επιχειρησιακούς λόγους για τους οποίους αποφασίστηκε η μετακίνηση του συστήματος, η Αθήνα οφείλει να αντιληφθεί και την πολιτική διάσταση της επιλογής. Όταν δεν εξηγεί καθαρά γιατί αναδιατάσσει κρίσιμα αντιαεροπορικά μέσα, αφήνει την Άγκυρα να παρουσιάζει μια ελληνική στρατιωτική απόφαση ως αποτέλεσμα τουρκικής πίεσης και ως δική της διπλωματική νίκη.
Η αντίδραση για τα V-BAT στη Ρόδο είναι ακόμη σοβαρότερη. Οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις στα Μαριτσά προορίζονται, σύμφωνα με το διαθέσιμο ρεπορτάζ, για τη μόνιμη μεταστάθμευση, τη συντήρηση και την επιχειρησιακή υποστήριξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιτήρησης. Δεν πρόκειται για επιθετική δύναμη εισβολής, αλλά για μέσα που ενισχύουν την εικόνα πεδίου, την έγκαιρη προειδοποίηση και την επιτήρηση στο νοτιοανατολικό Αιγαίο.
Ακριβώς αυτό ενοχλεί την Τουρκία: όχι μόνο η ύπαρξη ελληνικών όπλων στα νησιά, αλλά η δυνατότητα της Ελλάδας να βλέπει έγκαιρα, να συνδέει αισθητήρες και συστήματα και να μην αιφνιδιάζεται.
Τι ισχύει πραγματικά για τη Ρόδο
Η νομική συζήτηση απαιτεί ακρίβεια. Η ειδική πρόβλεψη για την αποστρατιωτικοποίηση της Ρόδου και των Δωδεκανήσων περιλαμβάνεται στο άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947 και όχι στη Συνθήκη της Λωζάνης. Η Τουρκία δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων και, κατά την πάγια ελληνική θέση, δεν μπορεί να αντλεί από αυτήν δικαιώματα έναντι της Ελλάδας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρήτρα του 1947 εξαφανίζεται από το διεθνές δίκαιο. Σημαίνει, όμως, ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ο νόμιμος επόπτης της εφαρμογής μιας συνθήκης την οποία δεν υπέγραψε, ούτε να μετατρέπει την επίκλησή της σε δικαίωμα απειλής κατά της ελληνικής κυριαρχίας.
Πολύ περισσότερο όταν απέναντι από τα ελληνικά νησιά έχει αναπτυχθεί επί δεκαετίες μια τεράστια τουρκική στρατιωτική διάταξη, με την Στρατιά Αιγαίου, αποβατικές δυνατότητες, βάσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών και διαρκώς νέες διοικήσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επικαλείται το φυσικό δικαίωμα νόμιμης άμυνας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.
Η ελληνική επιχειρηματολογία, όμως, δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια ακόμη ανακοίνωση για «ψυχραιμία». Χρειάζεται πλήρης και διαρκής καταγραφή της τουρκικής στρατιωτικής διάταξης απέναντι από τα νησιά, των παραβιάσεων, των επίσημων απειλών και του casus belli. Όλα αυτά πρέπει να κατατίθενται συστηματικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ, στον ΟΗΕ και, όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας πολιτικών πτήσεων, στους αρμόδιους διεθνείς αεροπορικούς οργανισμούς.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι πια μόνο ένας χάρτης
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν υλοποιείται μόνο με ερευνητικά πλοία, γεωτρήσεις ή πολεμικά σκάφη. Υλοποιείται και με τη σταδιακή επιβολή μιας πολιτικής κανονικότητας: η ελληνική άμυνα παρουσιάζεται ως απειλή, η τουρκική πίεση ως νόμιμη αντίδραση και κάθε ελληνική υποχώρηση ως επιβεβαίωση ότι η Άγκυρα έχει λόγο πάνω στις ελληνικές αποφάσεις.
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία ως προς το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον. Η Ελλάδα προχωρά στην πολυεπίπεδη «Ασπίδα του Αχιλλέα», σε νέα δίκτυα αντιαεροπορικής και αντι-drone άμυνας και σε στενότερη αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο. Είναι εύλογη πολιτική εκτίμηση —όχι αποδεδειγμένο γεγονός— ότι η Άγκυρα επιχειρεί να προκαταλάβει αυτή την ενίσχυση, δημιουργώντας από τώρα νομικές και πολιτικές αντιδράσεις για τα συστήματα που ενδέχεται να εγκατασταθούν στα νησιά.
Ένα Αιγαίο με ισχυρή επιτήρηση, διασυνδεδεμένη αεράμυνα και θωρακισμένα νησιά δυσκολεύει την τουρκική στρατηγική του καταναγκασμού. Γι’ αυτό η Ελλάδα και η Κύπρος χρειάζονται κοινή αξιολόγηση απειλών, ενιαία εικόνα επιτήρησης και συντονισμένη διπλωματική καμπάνια. Όχι γενικόλογα ευχολόγια και φωτογραφίες από τριμερείς συναντήσεις, αλλά συγκεκριμένο σχέδιο απέναντι στις τουρκικές μεθοδεύσεις.
Η κατάρριψη δεν μπορεί να είναι σύνθημα — η αποτροπή πρέπει να είναι κανόνας
Η απαίτηση για άμεση κατάρριψη κάθε τουρκικού drone εκφράζει δικαιολογημένη οργή, ιδίως όταν ένα στρατιωτικό μη επανδρωμένο μέσο πλησιάζει πολιτικό αεροδρόμιο. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί αυτόματο κανόνα χωρίς αξιολόγηση της απειλής, σαφείς κανόνες εμπλοκής και υπολογισμό του κινδύνου για την πολιτική αεροπορία. Μια κατάρριψη σε περίοδο ειρήνης είναι πράξη με τεράστιες και μη αναστρέψιμες συνέπειες.
Αυτό δεν σημαίνει παθητικότητα. Σημαίνει ότι η χώρα οφείλει να έχει εκ των προτέρων καθορισμένη κλιμάκωση αντίδρασης: άμεση αναγνώριση, ηλεκτρονική παρεμβολή όπου είναι επιχειρησιακά εφικτή, αναχαίτιση, εξαναγκασμό σε απομάκρυνση και δυνατότητα εξουδετέρωσης όταν ένα μέσο δεν συμμορφώνεται ή δημιουργεί άμεση απειλή.
Η σοβαρή αποτροπή δεν χτίζεται με κραυγές μετά το περιστατικό. Χτίζεται όταν ο αντίπαλος γνωρίζει πριν απογειώσει το επόμενο drone ότι υπάρχουν σαφείς κόκκινες γραμμές και βέβαιες συνέπειες.
Η Τουρκία προσπαθεί να εμφανιστεί ως θύμα παραβίασης συνθηκών, ενώ διεκδικεί λόγο πάνω στην άμυνα ελληνικού εδάφους και στέλνει UAV μέσα στον ελληνικό εναέριο χώρο. Η Αθήνα δεν αρκεί να καταγγέλλει αυτή την αντίφαση. Πρέπει να την καταστήσει διεθνώς ορατή, να θωρακίσει χωρίς εκπτώσεις τα νησιά και να αποδείξει στην πράξη ότι καμία «Γαλάζια Πατρίδα» δεν θα υλοποιηθεί πάνω σε ελληνική κυριαρχία.

