Το Μέγαρο Μαξίμου βλέπει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Όχι επειδή εμφανίστηκε ακόμη ένα κόμμα. Αλλά επειδή το ίδιο το εκλογικό του υπόγειο αρχίζει να ψάχνει έξοδο κινδύνου.
Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει πλέον απέναντί της μόνο την αντιπολίτευση.
Έχει απέναντί της την κόπωση.
Την οργή.
Την απογοήτευση.
Την αίσθηση προδοσίας ενός κόσμου που την ψήφιζε, την ανεχόταν, τη στήριζε, αλλά πλέον αρχίζει να τη βλέπει σαν ένα κλειστό σύστημα εξουσίας που ενδιαφέρεται μόνο για τη δική του διάσωση.
Και εκεί ακριβώς μπαίνει στο κάδρο η Μαρία Καρυστιανού.
Όχι ως απλή πολιτική υποψηφιότητα.
Όχι ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Αλλά ως ρωγμή στο αφήγημα μιας εξουσίας που είχε συνηθίσει να θεωρεί τη δεξιά, συντηρητική και πατριωτική βάση δεδομένη.
Δεν είναι πια δεδομένη.
Και αυτό στο Μαξίμου το ξέρουν.
Το πρόβλημα δεν είναι η Καρυστιανού — είναι το κενό που άφησε η ΝΔ
Το νέο πολιτικό φαινόμενο γύρω από την Καρυστιανού δεν γεννήθηκε στο κενό.
Γεννήθηκε επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας νιώθει ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει, δεν απαντά, δεν λογοδοτεί.
Γεννήθηκε επειδή η κυβέρνηση έχει φθαρεί όχι μόνο από αποφάσεις, αλλά από ύφος.
Από αλαζονεία.
Από κλειστά κυκλώματα εξουσίας.
Από την εντύπωση ότι υπάρχουν δύο Ελλάδες: η Ελλάδα των απλών πολιτών και η Ελλάδα των προστατευμένων.
Και όταν η δεύτερη Ελλάδα αρχίζει να φαίνεται ότι πάντα πέφτει στα μαλακά, η πρώτη Ελλάδα αρχίζει να βράζει.
Η Καρυστιανού απλώς βρήκε ρωγμή.
Η ΝΔ την άνοιξε.
Το Άγιο Όρος στέλνει μήνυμα που δεν αρέσει στη γαλάζια εξουσία
Η πληροφορία ότι στον χώρο του Αγίου Όρους υπάρχουν κινήσεις, συζητήσεις και ανοίγματα προς την πλευρά Καρυστιανού δεν είναι απλό παραπολιτικό κουτσομπολιό. Είναι πολιτικό καμπανάκι.
Διότι το Άγιο Όρος δεν είναι δημοσκοπική εταιρεία.
Δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ.
Δεν είναι κομματικό γραφείο.
Είναι ένας χώρος που, σε επίπεδο συμβολισμού, ακουμπά βαθιά στον συντηρητικό, θρησκευτικό και παραδοσιακό κόσμο.
Και όταν αυτός ο κόσμος αρχίζει να κοιτάζει αλλού, τότε η ΝΔ δεν έχει απλώς πρόβλημα στα δεξιά της.
Έχει πρόβλημα ταυτότητας.
Για χρόνια η γαλάζια παράταξη μάζευε ψήφους από ανθρώπους που πίστευαν ότι υπερασπίζεται πατρίδα, πίστη, οικογένεια, ασφάλεια, κράτος, τάξη.
Σήμερα πολλοί από αυτούς αναρωτιούνται αν υπερασπίζεται κάτι από όλα αυτά ή απλώς υπερασπίζεται τον εαυτό της.
Η Νίκη στριμώχνεται, ο Βελόπουλος φυλάει κάστρα, η Καρυστιανού ανοίγει ρήγματα
Η Νίκη φαίνεται να χάνει έδαφος. Το αρχικό φορτίο της αντισυστημικής και θρησκευτικής ψήφου δείχνει να μην αρκεί.
Ο Βελόπουλος παραμένει παίκτης με δίκτυα, αντοχές και παλιές σχέσεις στον συγκεκριμένο χώρο.
Όμως το νέο στοιχείο είναι άλλο: η Καρυστιανού δεν μπαίνει στο ίδιο γήπεδο με τους όρους των παλιών δεξιών κομμάτων.
Δεν πουλά απλώς πατριωτισμό.
Δεν εμφανίζεται απλώς ως αντισυστημική φωνή.
Δεν χτίζει μόνο πάνω στη διαμαρτυρία.
Χτίζει πάνω σε κάτι πιο επικίνδυνο για την εξουσία: στην ηθική αγανάκτηση.
Και απέναντι στην ηθική αγανάκτηση, τα non paper, τα τρολ, οι υπόγειες διαρροές και τα τηλεοπτικά χαμόγελα δεν αρκούν.
Το Μαξίμου θα προσπαθήσει να τη μικρύνει — χωρίς να την ηρωοποιήσει
Η γραμμή φαίνεται καθαρή: όχι ευθεία μετωπική σύγκρουση, όχι σκληρό ροκ, όχι επίθεση που θα τη μετατρέψει σε θύμα.
Άρα τι θα κάνουν;
Θα προσπαθήσουν να την παρουσιάσουν ως άπειρη.
Ως συναισθηματική υποψηφιότητα.
Ως πολιτικά ανεπαρκή.
Ως φαινόμενο χωρίς διάρκεια.
Ως πρόσωπο που δεν έχει πρόγραμμα, στελέχη, μηχανισμό, λύσεις.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:
όταν μια κυβέρνηση έχει χάσει μεγάλο μέρος της ηθικής της αξιοπιστίας, δεν μπορεί εύκολα να κάνει μαθήματα πολιτικής σοβαρότητας στους άλλους.
Γιατί ο πολίτης μπορεί να ρωτήσει:
Αυτοί που είχαν μηχανισμό, τι έκαναν;
Αυτοί που είχαν εμπειρία, τι παρέδωσαν;
Αυτοί που είχαν εξουσία, γιατί δεν έπεισαν;
Αυτοί που είχαν κράτος, γιατί το κράτος μοιάζει συχνά ανήμπορο για τους πολλούς και πανίσχυρο για τους λίγους;
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να φωνάξει — αρκεί να περιμένει
Στο ίδιο σκηνικό, ο Αντώνης Σαμαράς λειτουργεί σαν πολιτική απειλή σε αναμονή.
Δεν χρειάζεται να εμφανιστεί αύριο.
Δεν χρειάζεται να βιαστεί.
Δεν χρειάζεται καν να πείσει ότι θέλει να κυβερνήσει.
Αρκεί να πείσει ότι μπορεί να κόψει κρίσιμο κομμάτι από τη ΝΔ.
Αυτό είναι αρκετό για να προκαλέσει πανικό.
Γιατί ο Σαμαράς δεν απειλεί τη ΝΔ μόνο εκλογικά. Την απειλεί εσωτερικά. Μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για όσους θεωρούν ότι η σημερινή ηγεσία έχει απομακρυνθεί από τον παραδοσιακό κορμό της παράταξης.
Και αν αυτό συμβεί, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς ένα νέο κόμμα.
Θα είναι εσωτερική αμφισβήτηση με εξωτερική έκφραση.
Η ΝΔ φοβάται το χειρότερο σενάριο: να χάσει από παντού
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει μάθει να διαχειρίζεται έναν αντίπαλο κάθε φορά.
Το ΠΑΣΟΚ από το κέντρο.
Τον ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά.
Τον Βελόπουλο από τα δεξιά.
Τη Νίκη στον θρησκευτικό χώρο.
Τους ανεξάρτητους ως περιστασιακή διαμαρτυρία.
Τώρα, όμως, το πρόβλημα είναι συνδυαστικό.
Η Καρυστιανού μπορεί να κόψει από την οργή.
Ο Σαμαράς μπορεί να κόψει από τη δεξιά βάση.
Ο Τσίπρας μπορεί να ανασυντάξει κομμάτι της κεντροαριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διεκδικήσει θεσμικό ρόλο.
Τα σκάνδαλα και οι ευρωπαϊκές πιέσεις μπορούν να φθείρουν το αφήγημα της κανονικότητας.
Και τότε η ΝΔ δεν θα έχει απέναντί της έναν εχθρό.
Θα έχει γύρω της έναν κλοιό.
Το πολιτικό σύστημα μυρίζει φόβο
Το πιο ενδιαφέρον στην παρούσα φάση δεν είναι οι δημοσκοπήσεις. Είναι η νευρικότητα.
Η νευρικότητα των διαρροών.
Η νευρικότητα των παραπολιτικών.
Η νευρικότητα των «κύκλων».
Η νευρικότητα των ήπιων επιθέσεων.
Η νευρικότητα της εξουσίας που θέλει να δείξει ψύχραιμη, αλλά κοιτάζει κάθε μέρα τις ρωγμές στον τοίχο.
Γιατί ξέρουν ότι η φθορά δεν έρχεται πάντα με θόρυβο.
Μερικές φορές έρχεται σιωπηλά.
Με έναν ψηφοφόρο που δεν απαντά στις δημοσκοπήσεις.
Με έναν δεξιό που δεν μιλά πια με ενθουσιασμό.
Με έναν παλιό νεοδημοκράτη που λέει «δεν πάει άλλο».
Με έναν συντηρητικό πολίτη που δεν νιώθει πλέον ότι εκπροσωπείται.
Με έναν άνθρωπο που δεν ψάχνει τέλειο κόμμα, αλλά τιμωρία.
Και η τιμωρητική ψήφος, όταν ξεκινήσει, δεν μαζεύεται εύκολα.
Η Νέα Δημοκρατία νόμιζε ότι είχε κλειδώσει το πολιτικό παιχνίδι.
Νόμιζε ότι η δεξιά βάση δεν έχει πού να πάει.
Νόμιζε ότι ο φόβος της αστάθειας θα αρκεί για πάντα.
Νόμιζε ότι η επικοινωνία μπορεί να σκεπάζει τα πάντα.
Νόμιζε ότι οι πολίτες θα θυμώνουν, θα ξεθυμαίνουν και στο τέλος θα επιστρέφουν στο μαντρί.
Μόνο που τώρα το μαντρί έχει ανοίξει.
Και από μέσα δεν βγαίνει μόνο δυσαρέσκεια.
Βγαίνει οργή.
Η Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα νέο πρόσωπο.
Ο Σαμαράς δεν είναι απλώς ένας πρώην πρωθυπουργός.
Το Άγιο Όρος δεν είναι απλώς ένα παραπολιτικό πεδίο.
Τα δεξιά κόμματα δεν είναι απλώς μικρές ενοχλήσεις.
Είναι όλα μαζί τα συμπτώματα μιας παράταξης που αρχίζει να χάνει τον έλεγχο του ίδιου της του χώρου.
Και όταν μια εξουσία αρχίζει να χάνει πρώτα την ηθική υπεροχή, μετά τη βάση της και στο τέλος την ψυχραιμία της, τότε δεν πέφτει απότομα.
Σαπίζει από μέσα.
Και αυτό ακριβώς είναι που φοβάται το Μαξίμου.

