Δεν είναι «ένα ακόμα περιστατικό». Είναι το σύμπτωμα μιας χώρας που έμαθε να ζει με την παρακμή και να την βαφτίζει «κανονικότητα». Μαχαίρωσαν ανήλικο έξω από σχολείο στον Άγιο Παντελεήμονα. Έξω από σχολείο. Στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα της Ευρώπης που υποτίθεται ότι διαθέτει κράτος, θεσμούς, πρόληψη, κοινωνική πολιτική και στοιχειώδη προστασία της παιδικής ηλικίας.
Και τι κάνουμε εμείς; Αυτό που κάνουμε πάντα: σηκώνουμε τους ώμους. Βγάζουμε ένα δελτίο. Περιμένουμε να περάσει η είδηση. Μια-δυο μέρες θόρυβος, μετά σιωπή. Μέχρι το επόμενο αίμα. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της δημόσιας παιδείας σήμερα: ένα σύστημα που αφήνεται να φθείρεται, να “γκετοποιείται”, να γίνεται θερμοκήπιο φόβου, βίας, απουσίας ορίων — και μετά κάποιοι να μιλάνε για «αριστεία», «ψηφιακή αναβάθμιση» και «σύγχρονο σχολείο».
Το κατηγορητήριο είναι απλό
Η πολιτεία δεν απέτυχε από ατυχία. Απέτυχε από επιλογή.
Επιλογή να μην υπάρχει πλέγμα πρόληψης γύρω από σχολεία σε δύσκολες γειτονιές. Επιλογή να μην υπάρχει σταθερή ψυχοκοινωνική στήριξη για μαθητές, οικογένειες, εκπαιδευτικούς, με ανθρώπους που δουλεύουν καθημερινά και όχι “περαστικούς”. Επιλογή να μην υπάρχει χειρουργική παρουσία εκεί που χρειάζεται: όχι για να μετατρέψεις το σχολείο σε στρατόπεδο, αλλά για να το προστατεύσεις ως θεσμό. Επιλογή να αφήνονται οι διευθύνσεις μόνες, οι εκπαιδευτικοί μόνοι, οι γονείς μόνοι — μέχρι να γίνει το κακό.
Και πάνω απ’ όλα: επιλογή να υπάρχει μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων. Η Ελλάδα των “απο πάνω” που έχει εναλλακτική: ιδιωτικό σχολείο, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, βιογραφικό, εξωτερικό, πρακτική σε πολυεθνική, επιστροφή με θέση. Και η Ελλάδα των “από κάτω” που έχει μόνο ένα χαρτί στον τοίχο: «Δημόσιο». Ένα δημόσιο που υποτίθεται ότι είναι ισότητα, αλλά στην πράξη μετατρέπεται σε αποθήκη κοινωνικών εκρήξεων.
Το χειρότερο: το σχολείο “μοιάζει φυλακή” και κάποιοι το θεωρούν λύση
Αν ένα σχολείο στο κέντρο της Αθήνας μοιάζει με φυλακή, δεν φταίει η αρχιτεκτονική. Φταίει ότι το κράτος παραιτήθηκε από την αποστολή του: να εγγυάται πως το παιδί θα πάει και θα γυρίσει σπίτι ασφαλές. Η εικόνα κάγκελων, βανδαλισμών, εγκατάλειψης δεν είναι “αισθητική”. Είναι πολιτική υπογραφή. Είναι η παραδοχή ότι “δεν μπορούμε” — ή χειρότερα, ότι “δεν μας νοιάζει αρκετά”.
Και τότε έρχεται η υποκρισία: οι ίδιοι που μιλούν για “τάξη και ασφάλεια”, αφήνουν το δημόσιο σχολείο να γίνει πεδίο όπου ο δυνατός επιβάλλεται, ο αδύναμος σωπαίνει, και η βία γίνεται τρόπος κοινωνικής ανέλιξης. Όχι γιατί “έτσι είναι τα παιδιά”, αλλά γιατί έτσι τους μάθαμε: χωρίς συνέπεια, χωρίς όρια, χωρίς στήριξη, χωρίς σοβαρότητα.
Μην ψάχνετε άλλοθι σε “κουλτούρες” και “εξαιρέσεις”
Το πρόβλημα είναι κρατικό και διοικητικό: δεν υπάρχει σχέδιο. Υπάρχει μόνο επικοινωνία. Και η επικοινωνία ζει από το “έκτακτο”. Όχι από το “συστηματικό”. Όταν το σχολείο καίγεται, βγαίνουν δηλώσεις. Όταν χρειάζεται καθημερινή δουλειά 12 μήνες τον χρόνο, δεν υπάρχει κανείς. Ούτε πόροι, ούτε στελέχωση, ούτε αξιολόγηση του τι δουλεύει και τι όχι.
«Δια ταύτα» — όχι άλλα λόγια
- Ζώνες σχολικής ασφάλειας με συγκεκριμένο επιχειρησιακό πρωτόκολλο (δήμος–υπουργείο–ΕΛ.ΑΣ.) για ώρες προσέλευσης/αποχώρησης, με έλεγχο εφαρμογής.
- Μόνιμοι ψυχολόγοι/κοινωνικοί λειτουργοί ανά σχολικό συγκρότημα, όχι “όποτε βρεθεί κονδύλι”.
- Συμβόλαιο συντήρησης–λειτουργικότητας σχολείων: φωτισμός, περίμετρος, καθαριότητα, αποκατάσταση βανδαλισμών σε 48 ώρες — γιατί η εγκατάλειψη γεννά εγκατάλειψη.
- Απολογισμός με ονόματα και αρμοδιότητες: ποιος είχε την ευθύνη, τι ζητήθηκε, τι εγκρίθηκε, τι δεν έγινε. Η ατιμωρησία είναι η βενζίνη του επόμενου περιστατικού.
Το δημόσιο σχολείο δεν είναι πάρκινγκ για παιδιά ούτε χώρος φύλαξης μέχρι να σχολάσουν οι γονείς. Είναι θεσμός. Και όταν ο θεσμός γίνεται σκηνικό μαχαιρώματος, το κράτος δεν “απέτυχε”. Παραδόθηκε.
Αυτό είναι το «ΚΟΥΛΙΣΤΑΝ 2026»: μια χώρα που ξέρει να στέλνει τα παιδιά της στο ιδιωτικό και να κουνάει το δάχτυλο στο δημόσιο. Μια χώρα όπου οι κοτζαμπάσηδες —όπως το λες— έχουν πάντα διέξοδο, και ο υπόλοιπος κόσμος πληρώνει την παρακμή με τον φόβο του. Και μετά απορούμε γιατί «δεν έχει πάτο».
Δεν είναι ότι δεν έχει πάτο. Είναι ότι κανείς από τους υπεύθυνους δεν έχει λόγο να τον ψάξει.

