Όταν ένα σύστημα δεν μπορεί πια να λύσει τα μεγάλα, κατασκευάζει μικρά τέρατα για να δείχνει ότι ακόμα κυβερνά. Και κάπως έτσι, σε μια χώρα που πνίγεται από ακρίβεια, ανασφάλεια, θεσμική φθορά και κοινωνική κόπωση, κάποιοι ανακάλυψαν ξαφνικά τη «μεγάλη απειλή»: τη μπούργκα.
Όχι επειδή αποτελεί μαζικό φαινόμενο. Όχι επειδή συνιστά κατεπείγον κοινωνικό μέτωπο. Αλλά επειδή είναι ιδανικό πολιτικό ντεκόρ: αρκετά φορτισμένο για να φανατίζει, αρκετά ξένο για να στοχοποιείται εύκολα και αρκετά βολικό για να μετατρέπει την πολιτική ανεπάρκεια σε ψευδαίσθηση πυγμής.
Δεν λύνουν πρόβλημα. Σκηνοθετούν εχθρό.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Όχι το ύφασμα, αλλά η σκηνοθεσία. Όχι η ενδυμασία, αλλά η πολιτική χρήση της.
Σε μια σοβαρή χώρα, πρώτα καταγράφεις ένα υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο, μετά αξιολογείς την έκτασή του και ύστερα νομοθετείς με μέτρο, τεκμηρίωση και σαφές δημόσιο συμφέρον. Εδώ γίνεται το αντίστροφο: πρώτα πετιέται το σύνθημα, μετά κατασκευάζεται η ένταση και στο τέλος ψάχνουν να βρουν το πρόβλημα που θα δικαιολογήσει τον θόρυβο.
Η γνωστή συνταγή του φθηνού αποπροσανατολισμού
Η μέθοδος είναι παλιά και βρώμικα αποτελεσματική.
Παίρνεις ένα θέμα με ισχυρό συμβολικό φορτίο. Το ντύνεις με λέξεις όπως «τάξη», «ασφάλεια», «ευρωπαϊκές αξίες», «δημοκρατική συμβίωση». Το ρίχνεις στο δημόσιο πεδίο σαν δόλωμα. Και περιμένεις να λειτουργήσει όπως πάντα: να διχάσει, να αποσπάσει, να μετακινήσει τη συζήτηση από τα πραγματικά αδιέξοδα σε έναν εύκολο, τηλεοπτικό, καταναλώσιμο πανικό.
Γιατί είναι πολύ πιο βολικό να πουλάς πολιτισμικό τσαμπουκά, παρά να απολογείσαι για όσα έχουν διαλυθεί στην καθημερινότητα.
Όταν η εξουσία παριστάνει τον χωροφύλακα του σώματος
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, πιο σκοτεινό.
Κάθε φορά που η εξουσία αποφασίζει να εισβάλει στο τι φορά ο άλλος, στο πώς εμφανίζεται, στο πώς αυτοπροσδιορίζεται στον δημόσιο χώρο, δεν δίνει μάχη υπέρ της ελευθερίας. Δίνει μάχη υπέρ του ελέγχου.
Και ο έλεγχος αυτός πάντα ξεκινά με έναν «εξαιρετικό» στόχο, έναν «ειδικό» λόγο, μια «περιορισμένη» παρέμβαση. Μέχρι να γίνει νοοτροπία. Μέχρι να γίνει κανονικότητα. Μέχρι να θεωρείται φυσιολογικό ότι το κράτος θα αποφασίζει ποια εικόνα του πολίτη το ενοχλεί και ποια όχι.
Η υποκρισία περισσεύει, η ουσία λείπει
Το πιο προκλητικό σε αυτή τη συζήτηση είναι η υποκρισία της.
Ξαφνικά εμφανίζονται υπερασπιστές της γυναίκας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας από εκεί που συχνά δεν ακούγεται λέξη για την έμφυλη βία, την κοινωνική περιθωριοποίηση, την εκμετάλλευση, την ανισότητα, την καθημερινή ταπείνωση χιλιάδων γυναικών που δεν φοράνε τίποτα «εξωτικό», αλλά ζουν κανονικά μέσα στον αποκλεισμό.
Εκεί δεν υπάρχει ιδεολογικός ηρωισμός. Εκεί δεν υπάρχουν εύκολα χειροκροτήματα. Εκεί χρειάζεται πολιτική. Και ακριβώς γι’ αυτό προτιμούν το θέαμα.
Η μπούργκα στην Ελλάδα δεν είναι το μεγάλο κοινωνικό μέτωπο. Είναι το νέο επικοινωνιακό σκηνικό μιας εξουσίας που ψάχνει διαρκώς κάτι ξένο, κάτι φορτισμένο, κάτι εύκολο για να κρύψει τη δική της γύμνια.
Δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία όσοι ψάχνουν συμβολικούς εχθρούς για να μετρήσουν πατριωτικούς παλμούς. Δεν προστατεύουν τις ελευθερίες όσοι ονειρεύονται απαγορεύσεις ως υποκατάστατο πολιτικής. Και σίγουρα δεν χτίζουν κοινωνική συνοχή όσοι ταΐζουν το κοινό με φόβο, καχυποψία και βολικά σκιάχτρα.
Όταν η εξουσία δεν έχει λύσεις, ράβει εχθρούς στα μέτρα της.
Και όταν μια πολιτεία αρχίζει να κυνηγά σκιές για να αποδείξει ότι υπάρχει, το πρόβλημα δεν είναι ποτέ το πέπλο στο πρόσωπο του άλλου — είναι το πέπλο υποκρισίας πάνω στο δικό της.

