Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά συμβάσεις για μεταναστευτικές δομές που ανατέθηκαν χωρίς δημόσιο διαγωνισμό την περίοδο της πανδημίας. Στο επίκεντρο το κόστος, οι απευθείας αναθέσεις και οι πολιτικές ευθύνες που πλέον δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από τη λέξη «κατεπείγον».
Άλλη μία υπόθεση με ευρωπαϊκό χρήμα επιστρέφει από τις Βρυξέλλες ως πολιτική βόμβα στην Αθήνα. Αυτή τη φορά, στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπαίνουν συμβάσεις ύψους 11,3 εκατομμυρίων ευρώ για την κατασκευή και επέκταση μεταναστευτικών δομών στη Μαλακάσα και στη Σιντική Σερρών, την περίοδο 2020-2021. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, οι συμβάσεις ανατέθηκαν σε ιδιωτικές εταιρείες χωρίς δημόσιο διαγωνισμό, με επίκληση του κατεπείγοντος λόγω της πανδημίας και του μεταναστευτικού.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν τηρήθηκε τυπικά μια διαδικασία. Είναι αν το Δημόσιο και η Ευρωπαϊκή Ένωση πλήρωσαν έργα με κόστος δυσανάλογο, υπερβολικό και πολιτικά ανεξήγητο. Γιατί όταν ένα έργο εμφανίζεται, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, έως και 15 φορές ακριβότερο από παρόμοιες παρεμβάσεις, τότε η λέξη «κατεπείγον» δεν αρκεί. Χρειάζονται εξηγήσεις, έγγραφα, ευθύνες και λογοδοσία.
Το «κατεπείγον» που έγινε μόνιμη μέθοδος
Η κυβέρνηση τότε επικαλέστηκε αυξημένες μεταναστευτικές ροές και ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης των δομών. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ που επικαλείται το Politico, οι αφίξεις στην Ελλάδα το 2020 είχαν μειωθεί δραματικά: περίπου 15.696 έναντι 74.649 το 2019. Δηλαδή, την ώρα που το επιχείρημα ήταν η πίεση των ροών, τα στοιχεία έδειχναν κατακόρυφη πτώση.
Στη Μαλακάσα, η σύμβαση φέρεται να ανατέθηκε τον Απρίλιο του 2020 σε εταιρεία με έδρα την Αθήνα, χωρίς δημόσιο διαγωνισμό. Το αρχικό κόστος ήταν 4,3 εκατ. ευρώ και ακολούθησαν παρατάσεις και συμπληρωματική σύμβαση 1,7 εκατ. ευρώ. Στη Σιντική Σερρών, η αρχική σύμβαση ανερχόταν σε 3,6 εκατ. ευρώ, ενώ και εκεί καταγράφονται παρατάσεις και επιπλέον κόστος 1,7 εκατ. ευρώ.
Το πολιτικό πρόβλημα
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο εργολαβίες. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος διαχειρίζεται ευρωπαϊκό χρήμα, δημόσιες ανάγκες και θεσμικές δικλείδες. Όταν η αντιπολίτευση είχε θέσει το θέμα στη Βουλή ήδη από το 2020, η τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Μετανάστευσης υπερασπίστηκε τις επιλογές της. Παράλληλα, είχε προκαλέσει αντιδράσεις ο διορισμός στελέχους της ΝΔ στη θέση του διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας του υπουργείου, η οποία είχε ρόλο στα έργα.
Από την άλλη πλευρά, αξιωματούχος του υπουργείου Μετανάστευσης εκείνης της περιόδου υποστήριξε ότι τα έργα είχαν ελεγχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο και είχαν λάβει θετική έκθεση. Αυτό είναι σημαντικό να αναφέρεται, γιατί η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν υπάρχει τελεσίδικη απόδοση ποινικών ευθυνών.
Όμως η πολιτική ευθύνη δεν περιμένει πάντα το ποινικό ακροατήριο. Η πολιτική ευθύνη ξεκινά από το ερώτημα: ποιος αποφάσισε, ποιος υπέγραψε, ποιος παρέλαβε, ποιος ενέκρινε, ποιος παρακολούθησε το κόστος και ποιος εξήγησε στους πολίτες γιατί ένα έργο έπρεπε να γίνει με αυτόν τον τρόπο και με αυτό το τίμημα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι «εχθρός» — είναι καθρέφτης
Κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αγγίζει ελληνικές υποθέσεις, το πολιτικό σύστημα αντιδρά σαν να δέχεται εξωτερική επίθεση. Όμως η πραγματικότητα είναι απλούστερη και σκληρότερη: όταν το χρήμα είναι ευρωπαϊκό, ο έλεγχος είναι ευρωπαϊκός. Και όταν οι εθνικοί μηχανισμοί ελέγχου εμφανίζονται αδύναμοι, καθυστερημένοι ή πολιτικά ευάλωτοι, τότε οι Βρυξέλλες γίνονται ο καθρέφτης που δείχνει όσα η Αθήνα προσπαθεί να μη βλέπει.
Μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά τις ευρωπαϊκές έρευνες για δημόσιες συμβάσεις, τώρα και το μεταναστευτικό. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι βαριά: όχι ένα μεμονωμένο λάθος, αλλά ένα μοτίβο διαχείρισης όπου το κατεπείγον, οι απευθείας αναθέσεις και η έλλειψη διαφάνειας γίνονται κανονικότητα.
Τα τρία ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν
Πρώτον: Γιατί επιλέχθηκε η διαδικασία χωρίς δημόσιο διαγωνισμό και αν πράγματι τεκμηριωνόταν επαρκώς το κατεπείγον.
Δεύτερον: Πώς εξηγείται η μεγάλη απόκλιση κόστους σε σχέση με παρόμοια έργα, όπως αναφέρεται στα δημοσιεύματα και στα εσωτερικά έγγραφα που επικαλούνται.
Τρίτον: Ποια πολιτική και υπηρεσιακή αλυσίδα είχε την ευθύνη για τις αναθέσεις, τις παρατάσεις, τις συμπληρωματικές συμβάσεις και την τελική παραλαβή.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντά σε κάθε ευρωπαϊκή έρευνα με επικοινωνιακή ενόχληση. Δεν ελέγχεται η χώρα επειδή κάποιοι την πολεμούν. Ελέγχεται επειδή υπάρχουν συμβάσεις, χρήματα, αποφάσεις και αριθμοί που ζητούν εξηγήσεις.
Και όταν οι αριθμοί φτάνουν τα 11,3 εκατομμύρια ευρώ, η απάντηση δεν μπορεί να είναι σιωπή, υπεκφυγή ή κομματική άμυνα.
Γιατί το δημόσιο χρήμα δεν είναι λάφυρο.
Τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν είναι ιδιωτικό ταμείο.
Και το «κατεπείγον» δεν μπορεί να είναι το διαβατήριο κάθε απευθείας ανάθεσης.
Αν όλα έγιναν σωστά, να αποδειχθεί. Αν δεν έγιναν, να πληρώσουν όσοι αποφάσισαν, όσοι υπέγραψαν και όσοι κάλυψαν.

