Μια συγκλονιστική μαρτυρία από την καθημερινότητα της δημόσιας Υγείας αποκαλύπτει το πραγματικό «θαύμα» του συστήματος: εργαζόμενοι εξαντλημένοι να καλύπτουν παντού κενά, ενώ οι διοικητικές καρέκλες μοιράζουν εντολές από απόσταση ασφαλείας
Στα χαρτιά, όλα λειτουργούν. Οι βάρδιες βγαίνουν, τα τμήματα εμφανίζονται στελεχωμένα, οι υπηρεσίες συνεχίζουν κανονικά και οι διοικήσεις μπορούν να κοιμούνται ήσυχες.
Στην πραγματικότητα, όμως, εργαζόμενοι ξεκινούν τη βάρδια τους χωρίς να γνωρίζουν σε ποιο τμήμα θα καταλήξουν, πόσα κενά θα κληθούν να καλύψουν και πόσες διαφορετικές δουλειές θα φορτωθούν στις πλάτες τους.
Το δημόσιο σύστημα Υγείας φαίνεται πως ανακάλυψε τη δική του πρωτοποριακή μορφή διοίκησης: αντί να προσλαμβάνει το απαραίτητο προσωπικό, μετακινεί διαρκώς εκείνο που έχει απομείνει.
Ο εργαζόμενος παύει να είναι άνθρωπος με συγκεκριμένα καθήκοντα, ευθύνες και αντοχές. Μετατρέπεται σε «λάστιχο». Τεντώνεται από κλινική σε κλινική, από τμήμα σε τμήμα και από ανάγκη σε ανάγκη, μέχρι κάποια στιγμή να σπάσει.
Και τότε όλοι πέφτουν από τα σύννεφα.
Καλύπτουν τα κενά, αλλά αφήνουν πίσω το δικό τους τμήμα
Η μαρτυρία είναι απλή, αλλά αποκαλυπτική:
«Ξεκινάς τη βάρδια για να κάνεις τη δουλειά σου, όμως καταλήγεις να τρέχεις από κλινική σε κλινική για να καλύψεις κενά».
Αυτό είναι το σύγχρονο μοντέλο λειτουργίας πολλών δημόσιων δομών Υγείας. Δεν λύνονται τα προβλήματα. Μεταφέρονται από τον έναν εργαζόμενο στον άλλον.
Δεν καλύπτονται ουσιαστικά οι θέσεις. Καλύπτονται πρόχειρα οι βάρδιες.
Δεν ενισχύονται τα τμήματα. Αποδυναμώνεται εκ περιτροπής το καθένα, ώστε να φαίνεται ότι κάπως λειτουργούν όλα.
Στο τέλος της ημέρας, ο εργαζόμενος δεν έχει προλάβει να ολοκληρώσει ούτε τα καθήκοντα του δικού του τμήματος. Και ύστερα μπορεί να κληθεί να απολογηθεί για καθυστερήσεις, παραλείψεις ή εκκρεμότητες.
Δηλαδή πρώτα τον στέλνουν να σβήσει τις φωτιές ολόκληρου του νοσοκομείου και μετά τον ρωτούν γιατί άφησε αφύλακτο το δικό του πόστο.
Διοικητική λογική υψηλού επιπέδου.
Οι καρέκλες δίνουν εντολές – Οι εργαζόμενοι πληρώνουν τον λογαριασμό
Την ίδια ώρα, άνθρωποι που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις εξακολουθούν να δίνουν οδηγίες χωρίς, πολλές φορές, να έχουν πραγματική εικόνα όσων συμβαίνουν μέσα στη βάρδια.
Άλλο είναι να κοιτάζεις αριθμούς, πίνακες και προγράμματα από ένα γραφείο και άλλο να βρίσκεσαι δίπλα στον ασθενή, με ελάχιστο προσωπικό, αυξημένη ευθύνη και διαρκείς εντολές μετακίνησης.
Αλλά οι καρέκλες έχουν ένα αξιοθαύμαστο προνόμιο: δεν κουράζονται.
Δεν κάνουν διπλοβάρδιες. Δεν τρέχουν στους διαδρόμους. Δεν αντιμετωπίζουν την αγωνία των ασθενών και των συγγενών τους. Δεν επιστρέφουν στο σπίτι με την αίσθηση ότι, παρά την υπερπροσπάθεια, άφησαν πίσω τους εκκρεμότητες.
Οι άνθρωποι εξαντλούνται. Οι καρέκλες, αντιθέτως, επιβιώνουν σχεδόν πάντοτε.
Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η νοοτροπία δεν αφορά αποκλειστικά μια παλιότερη γενιά διοικούντων. Όπως επισημαίνεται στη μαρτυρία, εμφανίζεται πλέον και σε νεότερους ανθρώπους που, μόλις καθίσουν σε μια θέση εξουσίας, ξεχνούν εντυπωσιακά γρήγορα την πραγματικότητα των συναδέλφων τους.
Η ηλικία, τελικά, δεν εγγυάται ούτε την ενσυναίσθηση ούτε την αξιοκρατία.
Γιατί φεύγουν εκείνοι που προσπαθούν;
Το πιο σκληρό ερώτημα βρίσκεται αλλού:
«Γιατί να φεύγουν εκείνοι που προσπαθούν, αντί να αλλάζουν οι συνθήκες που τους εξαντλούν;»
Αυτό είναι το πραγματικό κατηγορητήριο.
Όταν ένας ικανός και ευσυνείδητος εργαζόμενος εγκαταλείπει τη θέση του επειδή δεν αντέχει άλλο, το πρόβλημα δεν είναι ότι εκείνος «δεν άντεξε». Το πρόβλημα είναι ότι το σύστημα θεωρούσε δεδομένο πως θα αντέχει για πάντα.
Η διοίκηση συχνά αντιμετωπίζει την ευσυνειδησία ως ανεξάντλητο φυσικό πόρο. Όσο περισσότερο προσφέρει κάποιος, τόσο περισσότερα του φορτώνουν. Όσο λιγότερο διαμαρτύρεται, τόσο πιο εύκολος στόχος γίνεται. Και όσο περισσότερο καλύπτει τα κενά, τόσο περισσότερο διευκολύνει εκείνους που θα έπρεπε να τα έχουν ήδη καλύψει θεσμικά.
Έτσι, οι πρόθυμοι τιμωρούνται επειδή είναι πρόθυμοι.
Οι συνεπείς εξαντλούνται επειδή είναι συνεπείς.
Και εκείνοι που γνωρίζουν να προστατεύουν μόνο τη θέση τους συνήθως παραμένουν ακλόνητοι.
Η προσφορά δεν μπορεί να σημαίνει αυτοκαταστροφή
Παρά την απογοήτευση, η μαρτυρία κλείνει με ελπίδα. Με την πίστη ότι η παρουσία στον χώρο της Υγείας δεν είναι μια τυχαία επαγγελματική επιλογή, αλλά μια βαθύτερη αποστολή.
Αυτή η αίσθηση καθήκοντος είναι που κρατά ακόμη όρθιο το σύστημα. Όχι τα δελτία Τύπου, οι πανηγυρικές δηλώσεις και τα ωραία λόγια περί «αναβάθμισης».
Οι άνθρωποι το κρατούν.
Εκείνοι που πηγαίνουν στη δουλειά τους κουρασμένοι και επιστρέφουν ακόμη πιο κουρασμένοι. Εκείνοι που καλύπτουν ξένα καθήκοντα, καταπίνουν την αγανάκτησή τους και συνεχίζουν να προσφέρουν, επειδή απέναντί τους έχουν ασθενείς και όχι αριθμούς.
Μόνο που η προσφορά δεν μπορεί να σημαίνει αυτοκαταστροφή.
Κανένας εργαζόμενος δεν πρέπει να πηγαίνει στη δουλειά του αισθανόμενος ότι απλώς επιβιώνει. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει αξιοπρεπώς όταν εργάζεται μονίμως στα όρια της εξάντλησης, με την ανασφάλεια της επόμενης μετακίνησης και το βάρος μιας ευθύνης που συνεχώς μεγαλώνει.
Η ελπίδα είναι απαραίτητη. Δεν αποτελεί, όμως, σχέδιο στελέχωσης.
Το φιλότιμο των εργαζομένων δεν είναι οργανόγραμμα.
Και το «κάντε λίγη ακόμη υπομονή» δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη διοικητική πολιτική.
Το ερώτημα είναι απλό: πόσοι ακόμη πρέπει να εξαντληθούν ή να αποχωρήσουν, μέχρι εκείνοι που αποφασίζουν να καταλάβουν ότι πίσω από κάθε κενό δεν υπάρχει ένας αριθμός;
Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν αντέχει άλλο.

