Η αυτοπροστασία των γυναικών είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι για την αποτυχία της Πολιτείας, της Αστυνομίας και της κοινωνίας
Γράφει ο Ευάγγελος Λιαμπότης
Η γυναικοκτονία στη Δράμα δεν ήταν ένα ανεξήγητο ξέσπασμα που έπεσε από τον ουρανό. Μια 45χρονη αστυνομικός δολοφονήθηκε στις 15 Ιουνίου 2026 από τον εν διαστάσει σύζυγό της, επίσης αστυνομικό, ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Το έγκλημα διαπράχθηκε μέσα στο σπίτι τους, με το ανήλικο παιδί τους να βρίσκεται εκεί.
Αμέσως μετά άρχισε η γνωστή δημόσια διαδικασία αναζήτησης του «αόρατου κινδύνου». Πέρασε ψυχομετρικά τεστ; Είχε απασχολήσει την υπηρεσία; Είχε καταγγελθεί; Είχε δείξει βίαιη συμπεριφορά; Τον είχε αξιολογήσει ειδικός;
Οι πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν είναι ακόμη αντιφατικές. Από τη μία αναφέρεται ότι δεν υπήρχε επίσημη καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας. Από την άλλη, συγγενείς και φίλοι μιλούν για ψυχολογική κακοποίηση, απειλές και ακόμη και περιστατικό κατά το οποίο ο δράστης φέρεται να την απείλησε με γεμάτο υπηρεσιακό όπλο λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία.
Αυτή η αντίφαση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να κλείσει η συζήτηση. Πρέπει να την ανοίξει.
Το «κανείς δεν ήξερε» δεν αρκεί
Δεν έχουν όλοι οι κακοποιητές την εικόνα του ανεξέλεγκτου, οργισμένου ανθρώπου. Πολλοί εργάζονται κανονικά, είναι κοινωνικοί, ευγενικοί, οικογενειάρχες και υπεράνω υποψίας. Μπορούν να ελέγχουν απόλυτα τη συμπεριφορά τους έξω από το σπίτι και να ασκούν φόβο, εξουσία και βία αποκλειστικά μέσα στη σχέση τους.
Γι’ αυτό η απουσία μιας επίσημης καταγγελίας δεν αποτελεί απόδειξη απουσίας κακοποίησης.
Μια γυναίκα μπορεί να φοβάται. Μπορεί να ντρέπεται. Μπορεί να ελπίζει ότι ο σύντροφός της θα αλλάξει. Μπορεί να φοβάται τις συνέπειες για τα παιδιά, την εργασία, την οικονομική της επιβίωση ή ακόμη και την επαγγελματική πορεία του δράστη. Μπορεί, κυρίως, να γνωρίζει ότι η στιγμή της αποχώρησης είναι συχνά και η πιο επικίνδυνη.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί δεν κατήγγειλε. Είναι και τι θα είχε συμβεί αν κατήγγελλε. Θα την πίστευαν; Θα προστατευόταν πραγματικά; Θα απομακρυνόταν το υπηρεσιακό όπλο; Θα υπήρχε συνεχής εκτίμηση κινδύνου ή θα της έδιναν έναν αριθμό τηλεφώνου και θα την έστελναν ξανά στο σπίτι;
Τα ψυχομετρικά τεστ δεν είναι πιστοποιητικά αθωότητας
Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος πέρασε επιτυχώς μια ψυχολογική ή ψυχομετρική αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να γίνει βίαιος στο μέλλον. Καμία εξέταση δεν λειτουργεί ως μηχανή πρόβλεψης εγκλημάτων.
Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τις υπηρεσίες από την υποχρέωση συστηματικής και ουσιαστικής αξιολόγησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανθρώπους που φέρουν υπηρεσιακό όπλο.
Η ψυχική δυσκολία επίσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως βολική εξήγηση για τη γυναικοκτονία. Εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν στρες, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη ή άλλες ψυχικές δυσκολίες χωρίς να δολοφονούν τις συντρόφους τους. Η ψυχική υγεία μπορεί να αποτελεί μέρος μιας σύνθετης εικόνας· δεν εξηγεί από μόνη της την επιλογή του ελέγχου, της απειλής και της βίας.
Ο δράστης δεν σκότωσε απλώς επειδή «έχασε τον έλεγχο». Σκότωσε τη γυναίκα που απομακρυνόταν από τον έλεγχό του.
Η γυναίκα δεν είναι ιδιοκτησία
Στον πυρήνα πολλών γυναικοκτονιών βρίσκεται η ίδια αντίληψη: «Αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν».
Η γυναίκα αντιμετωπίζεται όχι ως ανεξάρτητος άνθρωπος με δικαίωμα να φύγει, αλλά ως κτήμα. Ο χωρισμός εκλαμβάνεται ως ταπείνωση. Η άρνηση ως πρόκληση. Η αυτονομία ως επίθεση στην ανδρική εξουσία.
Δεν σκοτώνουν όλοι οι ζηλότυποι άνδρες. Δεν σκοτώνουν όλοι οι κακοποιητές. Όμως πίσω από τη φονική πράξη βρίσκεται συχνά ένα ολόκληρο σύστημα αντιλήψεων που κανονικοποιεί τον έλεγχο: «πού ήσουν», «με ποιον μίλησες», «τι φόρεσες», «δείξε μου το κινητό σου», «χωρίς εμένα δεν είσαι τίποτα».
Η δολοφονία είναι η ακραία κορυφή. Από κάτω βρίσκεται μια πυραμίδα καθημερινής υποτίμησης, κτητικότητας, παρακολούθησης, οικονομικού ελέγχου, απειλών και απομόνωσης.
Αυτοπροστασία, αλλά όχι μεταφορά της ευθύνης
Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται για τα προειδοποιητικά σημάδια. Να δημιουργούν σχέδιο ασφαλούς αποχώρησης. Να έχουν ανθρώπους εμπιστοσύνης, πρόσβαση σε χρήματα, έγγραφα και ασφαλή στέγη. Να μην υποτιμούν απειλές, παρακολούθηση, στραγγαλισμό, χρήση όπλου ή φράσεις όπως «θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ».
Αυτό μπορεί να σώσει ζωές.
Όμως χρειάζεται μία ξεκάθαρη γραμμή: η γυναίκα δεν μπορεί να μετατραπεί στον τελευταίο και μοναδικό θεσμό προστασίας του εαυτού της.
Δεν μπορεί η κοινωνία να της λέει ότι όφειλε να καταλάβει, να προβλέψει, να φύγει νωρίτερα, να αμυνθεί καλύτερα ή να μην επιστρέψει. Δεν είναι δική της ευθύνη να προβλέψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος που την απειλεί.
Η ευθύνη ανήκει στον δράστη.
Και η υποχρέωση προστασίας ανήκει στην Πολιτεία.
Τα σημάδια χρειάζονται μηχανισμό, όχι απλώς παρατηρητικότητα
Η πρόληψη δεν θα επιτευχθεί μόνο με περισσότερα τεστ ή με γενικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης. Απαιτεί πραγματικό δίκτυο:
- άμεση απομάκρυνση όπλων όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κινδύνου,
- υποχρεωτική και επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση σε σώματα ασφαλείας,
- διασύνδεση αστυνομίας, εισαγγελικών αρχών και κοινωνικών υπηρεσιών,
- ασφαλείς ξενώνες και οικονομική υποστήριξη,
- εξειδικευμένη εκτίμηση επικινδυνότητας,
- ουσιαστική παρακολούθηση των περιοριστικών μέτρων,
- εκπαίδευση αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών,
- προστασία χωρίς να απαιτείται πρώτα να χυθεί αίμα.
Ο γυναικοκτόνος μπορεί πράγματι να μην έχει συγκεκριμένο επάγγελμα, ηλικία, εισόδημα ή κοινωνική εμφάνιση. Δεν υπάρχει ένα μοναδικό πρόσωπο του δολοφόνου.
Υπάρχουν όμως συμπεριφορές που δεν πρέπει να θεωρούνται φυσιολογικές: ο ασφυκτικός έλεγχος, η κτητικότητα, οι απειλές αυτοκτονίας ή δολοφονίας, η καταδίωξη μετά τον χωρισμό, η πρόσβαση σε όπλο και η αδυναμία αποδοχής της απόφασης μιας γυναίκας να φύγει.
Δεν μπορούμε να προβλέψουμε κάθε έγκλημα. Μπορούμε, όμως, να πάψουμε να βαφτίζουμε κάθε προειδοποίηση «οικογενειακή διαφορά».
Γιατί μετά τη δολοφονία όλοι ψάχνουν τα σημάδια.
Το ζητούμενο είναι να τα βλέπουμε όσο η γυναίκα είναι ακόμη ζωντανή.

