Η λίστα των παρακολουθούμενων ξεγυμνώνει μια εξουσία που δεν κυβερνούσε δημοκρατικά, αλλά λειτουργούσε σαν μηχανισμός φόβου, ελέγχου, εκβιασμού και εσωτερικής αποσύνθεσης.
Δεν έχουμε πια να κάνουμε με «παρακολουθήσεις»
Εχουμε να κάνουμε με πολιτική σήψη σε καθεστωτική μορφή
Οποιος συνεχίζει να μιλά για «ένα ακόμη σκάνδαλο υποκλοπών» είτε δεν έχει καταλάβει τι έχει συμβεί είτε συνειδητά επιχειρεί να το μικρύνει. Γιατί εδώ δεν αποκαλύπτεται απλώς μια βρόμικη πρακτική εξουσίας. Αποκαλύπτεται ο πυρήνας του ίδιου του καθεστώτος Μητσοτάκη.
Η λίστα των προσώπων που φέρονται να βρέθηκαν στο στόχαστρο του πλέγματος ΕΥΠ–Predator δεν περιγράφει ένα σύστημα που παρακολουθούσε «αντιπάλους». Περιγράφει ένα σύστημα που παρακολουθούσε τους πάντες. Τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά και τους δικούς του. Υπουργούς, κρατικούς αξιωματούχους, επιτελείς, θεσμικούς παράγοντες, στρατιωτική ηγεσία, μέχρι και πρώην πρωθυπουργό που συνέβαλε καθοριστικά στη σημερινή διαδοχή.
Αυτό από μόνο του αρκεί για να πέσει όλο το αφήγημα περί «υπερβολών», «τοξικότητας» και «πολιτικής εργαλειοποίησης». Οταν μια εξουσία παρακολουθεί τη μισή κυβέρνησή της, δεν αμύνεται. Σαπίζει. Και επειδή σαπίζει, φοβάται. Και επειδή φοβάται, παρακολουθεί.
Το επιτελικό κράτος αποδείχθηκε κράτος κλειδαρότρυπας
Μας μίλησαν για αριστεία. Για οργάνωση. Για θεσμικότητα. Για ευρωπαϊκή επιστροφή της χώρας. Για ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα άφηνε πίσω του την προχειρότητα και την παθογένεια.
Και τι αποδείχθηκε τελικά;
Οτι πίσω από το γυαλισμένο περιτύλιγμα λειτούργησε ένα καθεστώς κλειδαρότρυπας. Μια εξουσία που δεν διοικούσε, αλλά κατασκόπευε. Που δεν συντόνιζε, αλλά αφουγκραζόταν διαρκώς συνομιλίες, κινήσεις, πολιτικές ζυμώσεις, οικονομικές διασυνδέσεις και εσωτερικές ισορροπίες. Που δεν εμπιστευόταν ούτε τους υπουργούς της, ούτε τους αξιωματούχους της, ούτε τους ανθρώπους που η ίδια τοποθετούσε σε κορυφαίες θέσεις.
Αυτό δεν είναι δημοκρατική διακυβέρνηση. Είναι παρακρατική λογική ντυμένη με γραβάτα, power point και ευρωπαϊκό λεξιλόγιο.
Η αλήθεια είναι πιο άσχημη από όσο αντέχουν να παραδεχτούν
Ο πραγματικός λόγος των υποκλοπών δεν ήταν η ασφάλεια της χώρας. Ηταν η ασφάλεια του συστήματος εξουσίας. Η αγωνία να ξέρουν τα πάντα πριν τα μάθουν οι άλλοι. Ποιος μιλά με ποιον. Ποιος δυσανασχετεί. Ποιος διαπραγματεύεται. Ποιος χτίζει δίκτυα. Ποιος ετοιμάζεται για την επόμενη μέρα. Πού κινείται το χρήμα. Ποιος μπορεί να γίνει απειλή. Ποιος πρέπει να μείνει ελεγχόμενος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βρόμικη ουσία της υπόθεσης. Δεν έχουμε απλώς κατάχρηση εξουσίας. Εχουμε μια εξουσία που αντιμετώπισε το κράτος ως οικογενειακό μηχανισμό επιτήρησης και πολιτικής αναπαραγωγής. Εχουμε ένα κλειστό σύστημα που χρησιμοποίησε μηχανισμούς παρακολούθησης όχι για να υπηρετήσει τη χώρα, αλλά για να προστατεύσει τη διανομή χρήματος, ισχύος και επιρροής στους στενούς συνεργάτες, στους πολιτικούς συνεταίρους και στο στενό συγγενικό και εξουσιαστικό περιβάλλον.
Με απλά λόγια: δεν κυβερνούσαν. Εστηναν οχυρό.
Ο φόβος του Μαξίμου ήταν μεγαλύτερος από την αλαζονεία του
Η σημερινή εξουσία φάνηκε αλαζονική, αυτάρεσκη, αδίστακτη. Η υπόθεση των υποκλοπών, όμως, αποκαλύπτει ότι πίσω από την αλαζονεία κρυβόταν κάτι ακόμα ισχυρότερο: ο πανικός.
Γιατί μόνο ένας βαθιά φοβισμένος μηχανισμός εξουσίας παρακολουθεί τους δικούς του. Μόνο μια εξουσία που νιώθει επισφαλής θέλει να ακούει ταυτόχρονα υπουργούς, στρατηγούς, κομματικά στελέχη, κρατικούς λειτουργούς και πολιτικούς παράγοντες. Μόνο ένα σύστημα που ξέρει ότι δεν στέκεται πάνω σε εμπιστοσύνη και νομιμοποίηση, αλλά πάνω σε συναλλαγή, εξάρτηση και εσωτερικό τρόμο, χρειάζεται τόσο βουλιμικά την πληροφορία.
Οι υποκλοπές, λοιπόν, δεν είναι μόνο απόδειξη αυταρχισμού. Είναι και απόδειξη εσωτερικής αποσύνθεσης.
Αυτή η υπόθεση μυρίζει καθεστώς
Ολα όσα αποκαλύπτονται παραπέμπουν σε μια αντίληψη εξουσίας νοσηρή και επικίνδυνη. Σε μια λογική που βλέπει θεσμούς, ανεξάρτητες αρχές, υπουργούς, αντιπάλους, συμμάχους, δημοσιογράφους και κρατικούς αξιωματούχους όχι ως πρόσωπα μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, αλλά ως πιθανά προβλήματα προς έλεγχο, χαρτογράφηση και εξουδετέρωση.
Αυτός είναι ο ορισμός της καθεστωτικής νοοτροπίας.
Γι’ αυτό και η υπόθεση δεν εξαντλείται σε ποινικές ή κομματικές ευθύνες. Είναι υπόθεση δημοκρατίας. Είναι υπόθεση θεσμικής αυτοάμυνας. Είναι υπόθεση πολιτικής υγείας της χώρας. Γιατί όταν η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας φέρεται να μετατρέπει το κράτος σε εργαλείο παρακολούθησης του ίδιου του πολιτικού και διοικητικού συστήματος, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος άκουγε. Είναι ποιος κυβερνούσε και με ποια αντίληψη κυβερνούσε.
Η Δικαιοσύνη και οι θεσμοί δεν έχουν πλέον δικαίωμα υπεκφυγής
Από εδώ και πέρα, κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μισόλογα, διαδικαστικά προσχήματα και κουρασμένες θεσμικές κοινοτοπίες. Η Δικαιοσύνη δεν έχει το δικαίωμα να περπατήσει στις μύτες. Οι θεσμοί δεν έχουν το δικαίωμα να ψελλίσουν. Τα κόμματα δεν έχουν το δικαίωμα να μετρήσουν μικροκομματικά κέρδη και ζημιές.
Γιατί η ουσία είναι αμείλικτη: αν μια τέτοια υπόθεση δεν προκαλεί μετωπική θεσμική και πολιτική αντίδραση, τότε η χώρα θα έχει αποδεχθεί ότι μπορεί να κυβερνάται από ένα σύστημα που ακούει τους πάντες, προστατεύει τους δικούς του και εκβιάζει σιωπηλά την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία.
Και αυτό δεν είναι απλώς ολίσθημα. Είναι παρακμή με υπογραφή.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να κάνει την ανήξερη
Οσοι στις Βρυξέλλες χάιδευαν επί χρόνια την πλάτη του «προβλέψιμου», «μεταρρυθμιστή» και «φιλοευρωπαϊστή» ηγέτη της Αθήνας οφείλουν τώρα να εξηγήσουν τι ακριβώς ανεχόντουσαν. Διότι αν οι αποκαλύψεις αυτές δεν προκαλέσουν πραγματικό ευρωπαϊκό σοκ, τότε όλο το ευρωπαϊκό οπλοστάσιο περί κράτους δικαίου είναι απλώς πολιτικό ντεκόρ.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι ελληνική ντροπή μόνο. Είναι και ευρωπαϊκό τεστ υποκρισίας.
Οι υποκλοπές δεν είναι μια σκοτεινή υποσημείωση αυτής της διακυβέρνησης. Είναι η πιο γυμνή της αλήθεια.
Είναι η στιγμή που το επιτελικό προσωπείο σκίζεται και από κάτω δεν φαίνεται μεταρρύθμιση, αλλά έλεγχος. Δεν φαίνεται σταθερότητα, αλλά τρόμος. Δεν φαίνεται θεσμικότητα, αλλά ένας κλειστός μηχανισμός εξουσίας που λειτούργησε με τη λογική του φακελώματος, της επιτήρησης και της πολιτικής ιδιοκτησίας του κράτους.
Και αν η κοινωνία, οι θεσμοί και η Δικαιοσύνη δεν αντιδράσουν τώρα με την ένταση που απαιτεί η βαρύτητα της υπόθεσης, τότε το μήνυμα θα είναι ένα και ανατριχιαστικό: ότι στην Ελλάδα μπορείς να παρακολουθείς τους πάντες, να δηλητηριάζεις τη δημοκρατία και να συνεχίζεις να παριστάνεις τον ευρωπαϊστή.
Αυτό δεν θα είναι απλώς συγκάλυψη.
Θα είναι συνενοχή.

