Αν στο τέλος οι αγρότες χάσουν επιδοτήσεις και οι πολιτικοί μείνουν αλώβητοι, τότε δεν θα μιλάμε για σκάνδαλο. Θα μιλάμε για οργανωμένη αδικία με κρατική σφραγίδα.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ακόμη ένα «διοικητικό λάθος». Δεν είναι μια τεχνική αστοχία, ένα χαμένο αρχείο, μια κακή υπηρεσιακή συνεννόηση. Είναι η εικόνα ενός κράτους που, όταν μοιράζει ευρωπαϊκό χρήμα, ξέρει πολύ καλά να βρίσκει διαδρομές, παραθυράκια, μεσολαβήσεις και εξυπηρετήσεις. Και όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού, ξαφνικά θυμάται τον φτωχό αγρότη.
Εκείνον που περιμένει την επιδότηση για να πληρώσει πετρέλαιο, ζωοτροφές, ρεύμα, εργάτες, δάνεια και υποχρεώσεις. Εκείνον που ζει μέσα στην ανασφάλεια της παραγωγής, του καιρού, της αγοράς και των τιμών. Εκείνον που δεν έχει γραφεία, μηχανισμούς, κομματικές πλάτες και ανθρώπους στα υπουργεία.
Και τώρα κινδυνεύει να βρεθεί πάλι στο ίδιο έργο θεατής: να πληρώσει η βάση για να διασωθεί η κορυφή.
Το κράτος ήξερε να πληρώνει, αλλά δεν ήξερε να ελέγχει;
Το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: ποιος είχε την ευθύνη του ΟΠΕΚΕΠΕ; Ποιος επόπτευε; Ποιος διόριζε διοικήσεις; Ποιος γνώριζε τις καταγγελίες; Ποιος άφησε το σύστημα να λειτουργεί έτσι; Ποιος έκανε τα στραβά μάτια;
Δεν μπορεί ένα ολόκληρο σύστημα πληρωμών να λειτουργεί για χρόνια και, όταν αποκαλύπτεται η δυσοσμία, να φταίνε μόνο οι τελευταίοι κρίκοι της αλυσίδας. Δεν μπορεί οι αγρότες να αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι συλλήβδην και οι πολιτικοί υπεύθυνοι ως απλοί παρατηρητές.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε μόνο για χρήμα. Μιλάμε για εμπιστοσύνη. Μιλάμε για το αν το κράτος λειτουργεί υπέρ του πολίτη ή υπέρ των μηχανισμών του. Μιλάμε για το αν η πολιτική ευθύνη έχει ακόμη νόημα ή έχει καταντήσει άδειο σύνθημα για τηλεοπτική χρήση.
Οι αγρότες δεν είναι το πλυντήριο του πολιτικού συστήματος
Το πιο βολικό σενάριο για την εξουσία είναι γνωστό: να εμφανιστούν μερικές «παρατυπίες», να φορτωθεί το κόστος στον αγροτικό κόσμο, να κοπούν ή να καθυστερήσουν επιδοτήσεις, να μιλήσουν οι αρμόδιοι για «εξυγίανση» και στο τέλος να μη λογοδοτήσει κανείς από εκείνους που είχαν πραγματική ισχύ.
Αυτό δεν είναι εξυγίανση. Είναι πλυντήριο.
Οι αγρότες δεν μπορεί να γίνουν το απορρυπαντικό για να καθαρίσει η εικόνα υπουργών, βουλευτών, διοικήσεων και κομματικών μηχανισμών. Δεν μπορεί η ύπαιθρος να πληρώσει το πρόστιμο της πολιτικής ανευθυνότητας. Δεν μπορεί ο παραγωγός να χάσει το εισόδημά του, για να εμφανιστεί το σύστημα ότι δήθεν «έλυσε» το πρόβλημα.
Αν υπήρξαν παράνομες πληρωμές, να εντοπιστούν. Αν υπήρξαν εικονικές δηλώσεις, να αποδοθούν ευθύνες. Αν υπήρξαν κυκλώματα, να ξηλωθούν. Αλλά όχι να γίνει γενικό κούρεμα αξιοπρέπειας στον αγροτικό κόσμο, ενώ οι πολιτικοί θα παριστάνουν τους ανήξερους.
Η ευθύνη ανεβαίνει προς τα πάνω
Σε κάθε σοβαρό κράτος, όταν καταρρέει ένας μηχανισμός, η ευθύνη δεν σταματά στον υπάλληλο, στον παραγωγό ή στον τοπικό παράγοντα. Ανεβαίνει προς τα πάνω. Στην πολιτική ηγεσία. Στους θεσμικούς προϊσταμένους. Σε όσους είχαν την αρμοδιότητα, την εποπτεία και την υποχρέωση να προστατεύσουν το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα.
Στην Ελλάδα, όμως, συμβαίνει συχνά το ανάποδο: η ευθύνη κατεβαίνει προς τα κάτω και η ασυλία ανεβαίνει προς τα πάνω.
Αυτό πρέπει να τελειώσει.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορεί να γίνει άλλη μία υπόθεση που θα θαφτεί κάτω από επιτροπές, πορίσματα, δηλώσεις και επικοινωνιακές κορδέλες. Δεν μπορεί να περάσει ως «αστοχία». Δεν μπορεί να κλείσει με μερικές διοικητικές αλλαγές και με τους αγρότες να μετράνε απώλειες.
Εδώ χρειάζεται πλήρης λογοδοσία. Όχι θέατρο. Όχι μισές αλήθειες. Όχι προστασία ημετέρων.
Αν τελικά χαθούν επιδοτήσεις για τους αγρότες, αλλά δεν χαθεί ούτε μία καρέκλα από το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε, ανέχθηκε ή δεν έλεγξε αυτό το χάος, τότε το μήνυμα θα είναι κυνικό και εξοργιστικό:
Ο αγρότης πληρώνει. Ο μηχανισμός επιβιώνει. Ο πολιτικός διασώζεται.
Και αυτό δεν λέγεται κράτος δικαίου.
Λέγεται καθεστώς ευθύνης για τους αδύναμους και ασυλίας για τους ισχυρούς.

